Η υπόθεση του ιερέα Αλέξανδρου Μυγδανάλευρου από τα Φάρσαλα, ο οποίος εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 1999, αποτελεί ένα από τα πιο αινιγματικά κεφάλαια στην ιστορία των ελληνικών εγκλημάτων. Ο Αλέξανδρος, κληρικός στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου, ήταν γνωστός στην τοπική κοινωνία, ωστόσο η προσωπική του ζωή ήταν γεμάτη εντάσεις και δυσλειτουργικές σχέσεις με τη σύζυγό του, Ρούλα, και τα τρία τους παιδιά. Αυτά τα έντονα ενδοοικογενειακά προβλήματα φημολογείται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του να εγκαταλείψει την οικογένειά του χωρίς καμία προειδοποίηση.
Τον Μάιο του 1999, ο ιερέας μπήκε στο αυτοκίνητό του και εξαφανίστηκε. Παρά τις προσπάθειες αναζήτησης από την οικογένειά του και την καταγγελία στις αρχές, ο Αλέξανδρος δεν βρέθηκε ποτέ. Το αυτοκίνητό του εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο λίγες μέρες αργότερα στον απομακρυσμένο οικισμό Ζεμενό έξω από την Αράχωβα. Η τοποθεσία αυτή ενέτεινε τα ερωτήματα, ενώ οι φήμες στην τοπική κοινωνία οργίαζαν. Κάποιοι πίστευαν ότι σκηνοθέτησε την εξαφάνισή του για να ξεφύγει από τα προσωπικά του βάρη και να ξεκινήσει μια νέα ζωή, ενώ άλλοι υπέθεταν εμπλοκή με εγκληματικά στοιχεία ή την ύπαρξη ενός σκοτεινού προσωπικού μυστικού. Η υπόθεση απασχόλησε εκτενώς και τηλεοπτικές εκπομπές, χωρίς όμως να δοθεί ποτέ μια σαφής απάντηση για την τύχη του ιερέα.
Η εξαφάνιση του πατέρα επηρέασε δραματικά τη ζωή της μικρότερης κόρης του, της Μαριάννας Μυγδανάλευρου, η οποία ήταν μόλις 14 ετών. Η οικογένεια βυθίστηκε σε ένα περιβάλλον συνεχών συγκρούσεων και η Μαριάννα βρέθηκε να παλεύει με τα δικά της συναισθηματικά προβλήματα και τις πιέσεις μιας δυσλειτουργικής κατάστασης. Σε ηλικία 16 ετών, εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να εργάζεται σε ένα τσιπουράδικο για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά της. Εκεί γνώρισε τον Λευτέρη Π., έναν 61χρονο πρώην οδηγό, ο οποίος αρχικά εμφανίστηκε ως προστάτης, αναλαμβάνοντας τα έξοδά της και παίζοντας έναν πατρικό ρόλο. Ωστόσο, η σχέση γρήγορα εξελίχθηκε σε ερωτική και καταχρηστική, με τη νεαρή Μαριάννα να γίνεται πλήρως οικονομικά και συναισθηματικά εξαρτημένη από τον κατά πολύ μεγαλύτερό της άντρα, ο οποίος έλεγχε πλήρως τη ζωή της.
Το 2005, η 20χρονη Μαριάννα προσπάθησε να ξεφύγει από αυτή τη σχέση, ξεκινώντας μια νέα ζωή με έναν 36χρονο ψήστη, με τον οποίο αποφάσισε να συζήσει. Παρόλο που βρήκε έναν νέο σύντροφο, ο Λευτέρης Π. δεν την άφησε ποτέ. Συνέχισε να διατηρεί επαφές, να παρέχει οικονομική στήριξη στο ζευγάρι, και μάλιστα μετακόμισε κοντά τους, διατηρώντας έτσι την εξαρτητική και ελεγκτική του παρουσία. Η κατάσταση έγινε αφόρητη και ο σύντροφος της Μαριάννας πρότεινε να φύγουν μαζί για το Ντουμπάι για να κάνουν μια νέα αρχή. Λίγες μέρες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2007, όταν ο σύντροφός της συνελήφθη για μια εκκρεμούσα καταδίκη, ο Λευτέρης Π. εκμεταλλεύτηκε την απουσία του.
Επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο σπίτι, ο 36χρονος βρήκε τη Μαριάννα καμένη στο πάτωμα. Οι αστυνομικές έρευνες κατέληξαν στο ότι ο Λευτέρης Π. ήταν ο δράστης. Τα στοιχεία ήταν αδιάσειστα: η αστυνομία αποκάλυψε ότι ο Λευτέρης την είχε χτυπήσει και την είχε αναγκάσει να πιει πετρέλαιο πριν την κάψει ζωντανή, μια πράξη που καταδείκνυε την αγριότητα και την επικινδυνότητα της καταχρηστικής τους σχέσης. Ο Λευτέρης Π. καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία το 2009, ποινή που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο το 2019. Η τραγική ιστορία της Μαριάννας Μυγδανάλευρου είναι μια σκληρή υπενθύμιση των καταστροφικών συνεπειών των δυσλειτουργικών οικογενειακών σχέσεων και των κινδύνων που κρύβουν οι καταχρηστικές ερωτικές εξαρτήσεις.