Το πρωί της 22ας Μαΐου 2013, η τοπική κοινωνία του Αγρινίου, και σύντομα ολόκληρη η Ελλάδα, συγκλονίστηκε από ένα πρωτοφανές οικογενειακό δράμα. Λίγο μετά τις 2 τα ξημερώματα, σε ένα ήσυχο διώροφο σπίτι στον Άγιο Κωνσταντίνο Αγρινίου, ένας 17χρονος μαθητής της Γ' Λυκείου, μέσα σε μια στιγμιαία έκρηξη οργής, μαχαίρωσε μέχρι θανάτου τη μητέρα του, μία 51χρονη δασκάλα. Η αφορμή, όπως κατέθεσε ο ίδιος αργότερα στους αστυνομικούς, ήταν μια απλή παρατήρηση της μητέρας του να κλείσει την τηλεόραση και να πάει για ύπνο, καθώς την επόμενη μέρα έδινε μάθημα στις Πανελλαδικές. Η τραγωδία εκτυλίχθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με την 51χρονη να δέχεται τουλάχιστον πέντε πλήγματα, ένα εκ των οποίων ήταν μοιραίο στην καρδιά. Ο πατέρας, καθηγητής και αυτός, ξύπνησε από τις κραυγές και αντίκρισε τη φρίκη: τη σύζυγό του νεκρή και τον γιο του να στέκεται σοκαρισμένος, με το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι. Ο ανήλικος παραδόθηκε αμέσως στην αστυνομία, επαναλαμβάνοντας πως «θόλωσε» και δεν ήξερε τι έκανε.
Η είδηση προκάλεσε πανελλήνιο σοκ και δυσπιστία. Η οικογένεια ήταν γνωστή ως ήσυχη και φιλειρηνική, χωρίς ιστορικό εντάσεων. Ο 17χρονος ήταν καλός μαθητής, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του σπούδαζε ιατρική στο εξωτερικό. Τίποτα δεν προμήνυε τη σιγοβράζουσα καταιγίδα που έκρυβε ο ευαίσθητος και εσωστρεφής έφηβος. Πολύ γρήγορα, οι έρευνες των αρχών και οι καταθέσεις των γονέων εστίασαν στην ψυχική κατάσταση του δράστη. Ο πατέρας αποκάλυψε πως ο γιος του βίωνε αφόρητο άγχος για τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Μάλιστα, μόλις δύο ημέρες πριν από το φονικό, είχε λιποθυμήσει μέσα στο εξεταστικό κέντρο από το υπερβολικό στρες, πιστεύοντας πως είχε γράψει άσχημα στα Μαθηματικά. Αυτό το εκρηκτικό μείγμα πίεσης και ψυχικής ευαισθησίας θεωρήθηκε ως το κίνητρο που όπλισε το χέρι του ανήλικου.
Η νομική εξέλιξη της υπόθεσης ήταν φορτισμένη και δικονομικά πολύπλοκη. Ο 17χρονος προφυλακίστηκε στις φυλακές ανηλίκων στον Αυλώνα, παρά την εισήγηση της ανακρίτριας για άμεση ψυχιατρική νοσηλεία. Ο πατέρας, αν και συντετριμμένος, εξέφραζε δημόσια την πεποίθηση ότι ο γιος του χρειαζόταν θεραπεία και όχι τιμωρία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2017, ο πλέον 20χρονος κατηγορούμενος δικάστηκε από το Τριμελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αγρινίου. Η δίκη ήταν μαραθώνια και γεμάτη δραματικές λεπτομέρειες. Η τελική απόφαση, που ανακοινώθηκε αργά τη νύχτα, ήταν αθωωτική λόγω ακαταλόγιστου. Το δικαστήριο δέχτηκε, βάσει των ψυχιατρικών πραγματογνωμοσυνών, ότι ο νεαρός τέλεσε την πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση σοβαρής ψυχικής νόσου, συγκεκριμένα ηβιφρενικής σχιζοφρένειας, η οποία τον καθιστούσε χωρίς πλήρη επίγνωση των πράξεών του.
Μετά την αθωωτική απόφαση, ο νεαρός αφέθηκε ελεύθερος, έχοντας περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια εγκλεισμού. Ωστόσο, η ελευθερία του συνοδεύτηκε από αυστηρή δικαστική επιμέλεια της ψυχικής του υγείας, με την υποχρέωση για τακτική παρακολούθηση από ψυχίατρο και λήψη της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η υπόθεση του μητροκτόνου του Αγρινίου άφησε ανεξίτηλες πληγές: ράγισε τους οικογενειακούς δεσμούς (με τη θεία του, αδερφή του θύματος, να ζητά την καταδίκη του) και σημάδεψε ανεξίτηλα τον πατέρα, ο οποίος βίωσε τη διπλή τραγωδία της απώλειας της συζύγου του και της ταυτόχρονης αγωνίας για το παιδί του. Η υπόθεση αυτή παραμένει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως μια τραγική υπενθύμιση του πόσο καταστροφικό μπορεί να γίνει το άγχος των εξετάσεων και η σημασία της έγκαιρης ψυχικής φροντίδας στην εφηβική ηλικία.
