Η Σύλβια Πλαθ, μία από τις πιο αναγνωρισμένες Αμερικανίδες ποιήτριες του 20ού αιώνα, έζησε μια ζωή γεμάτη ακραίες διακυμάνσεις, πάθος και τραγωδία, η οποία κορυφώθηκε στην αυτοκτονία της στις 11 Φεβρουαρίου 1963. Το πρωί εκείνης της ημέρας, η Πλαθ ξύπνησε, ετοίμασε πρωινό για τα δύο παιδιά της, το οποίο άφησε στο δωμάτιό τους, και στη συνέχεια, με ψυχρή αποφασιστικότητα, σφράγισε την πόρτα και το παράθυρο της κουζίνας με βρεγμένες πετσέτες. Λίγο αργότερα, έβαλε το κεφάλι της στον φούρνο και άνοιξε το γκάζι. Ο θάνατός της, αν και αποτέλεσε το τραγικό τέλος μιας λαμπρής καριέρας, έδωσε φωνή σε γενιές φεμινιστών και ανέδειξε τα βαθιά τραύματα της εποχής της.
Η ρίζα του προσωπικού της δράματος εντοπίζεται στην παιδική της ηλικία. Η Σύλβια ήταν βαθιά δεμένη με τον Γερμανό μετανάστη πατέρα της, Όττο. Όταν εκείνος πέθανε από διαβήτη την ημέρα των όγδοων γενεθλίων της, η απώλεια σημάδεψε ανεξίτηλα την ψυχή της, τροφοδοτώντας την κατάθλιψη και την εμμονή με την τελειότητα. Η προσπάθειά της να ξεφύγει από τον πόνο την οδήγησε σε υπερβολική αφοσίωση στις σπουδές, αλλά η κατάθλιψη επέστρεψε με σφοδρότητα. Η πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας έγινε στο κολέγιο, όταν βρέθηκε να κείτεται κάτω από το ίδιο της το σπίτι έχοντας καταπιεί υπνωτικά χάπια, μια πράξη που ακολούθησε η ηλεκτροσπασμοθεραπεία.
Η ζωή της πήρε μια δραματική τροπή το 1956, όταν γνώρισε τον ποιητή Τεντ Χιουζ σε ένα πάρτι. Ο έρωτάς τους ήταν έντονος, παθιασμένος και σύντομος—παντρεύτηκαν μόλις τέσσερις μήνες μετά τη γνωριμία τους και απέκτησαν δύο παιδιά, τη Φρίντα και τον Νίκολας. Ωστόσο, ο «ιδανικός» γάμος κατέρρευσε όταν η Σύλβια ανακάλυψε ότι ο Τεντ την απατούσε με μια άλλη γυναίκα, την Άσσια Γουεβίλ, η οποία ήταν συγκάτοικος τους. Η προδοσία του συζύγου της την κατέστρεψε ψυχολογικά, οδηγώντας στο διαζύγιο το 1962, οπότε και μετακόμισε στο Λονδίνο με τα παιδιά.
Αυτή η περίοδος, γεμάτη πόνο και προδοσία, στάθηκε παράδοξα και η πιο παραγωγική της. Δουλεύοντας σκληρά για να αποσπάσει την προσοχή της, έγραψε την ποιητική συλλογή «Άριελ», ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ποίησης, που μιλούσε για την κραυγή και τον πόθο για σύνδεση. Ωστόσο, οι σκέψεις αυτοκτονίας δεν την εγκατέλειψαν. Πριν από την τελική της πράξη, είχε επιχειρήσει ξανά να αυτοκτονήσει οδηγώντας το αυτοκίνητό της μέσα σε ποτάμι, αλλά την τελευταία στιγμή πανικοβλήθηκε και βγήκε έξω. Τελικά, η τρίτη απόπειρα υπήρξε η μοιραία.
Ο απόηχος του θανάτου της ήταν εξίσου δραματικός και σκανδαλώδης. Ο Τεντ Χιουζ ανέλαβε τον έλεγχο του έργου της και προχώρησε σε λογοκρισία των ποιημάτων της, μετράζοντας τη σφοδρότητα και την ωμότητα των λέξεών της, προσπαθώντας να «εξαγνίσει» την εικόνα της και να αποποιηθεί τις δικές του ευθύνες, αποδίδοντας τα πάντα στην «εύθραυστη ψυχική της κατάσταση». Η κατάσταση έγινε εφιαλτική όταν, το 1969, η Άσσια Γουεβίλ, η γυναίκα με την οποία ο Χιουζ είχε απατήσει την Πλαθ, αυτοκτόνησε με τον ακριβώς ίδιο τρόπο (σφραγίζοντας την κουζίνα και χρησιμοποιώντας τον φούρνο), παίρνοντας τραγικά μαζί της και την κόρη της. Ο Χιουζ έγινε πλέον διαβόητος, κερδίζοντας το παρατσούκλι «ο φονιάς των συζύγων».
Η Σύλβια Πλαθ αναδείχθηκε σε φεμινιστικό είδωλο, αλλά το έργο της παραμένει αμφιλεγόμενο. Ποιήματα όπως το «Daddy», όπου συγκρίνει τον πατέρα της με τον Χίτλερ και τον εαυτό της με Εβραία στο Νταχάου, δίνουν την ευκαιρία σε ορισμένους κύκλους να δυσφημίσουν το έργο της ως «γκρίνια για προσοχή». Αυτή η διαμάχη φτάνει μέχρι τον τάφο της, όπου το επώνυμο «Hughes» αφαιρείται συχνά από φεμινιστικές ομάδες, ενώ άλλες φορές επιχειρείται η αφαίρεση του «Plath» από «μασκουλιστές» που επιμένουν ότι πρέπει να είναι γνωστή μόνο με το επώνυμο του συζύγου της. Ανεξάρτητα από τις διαμάχες, η Σύλβια Πλαθ παραμένει η «πιο επικίνδυνη ποιήτρια που έζησε ποτέ», καθώς το έργο της, γεμάτο αίμα και εξομολόγηση, αποκάλυψε την ωμή αλήθεια του γυναικείου ψυχισμού και της προδοσίας στην εποχή της.
