Η ιστορική σχέση μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας είναι βαθιά ριζωμένη στους αιώνες, μια σύνδεση που ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια και διατρέχει την εξέλιξη του πολιτισμού και της θρησκείας. Το πώς διδάσκεται αυτή η σχέση στα σχολικά βιβλία της Ρωσίας αποτελεί ένα θέμα με εξαιρετικό ενδιαφέρον, αποκαλύπτοντας το πρίσμα μέσα από το οποίο οι μαθητές αντιλαμβάνονται την ελληνική συμβολή στον κόσμο. Η εξέταση των ισχυόντων ρωσικών εγχειριδίων ιστορίας δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια αρχαία αναφορά, αλλά ένας κρίσιμος πυλώνας στην ίδια τη θεμελίωση του ρωσικού κράτους και της ταυτότητας.
Η πρώτη επαφή των ρωσικών φυλών με τον ελληνικό πολιτισμό τοποθετείται ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τα ρωσικά βιβλία. Τότε, Έλληνες έμποροι έφεραν τον πολιτισμό τους, μεταναστεύοντας και ιδρύοντας πόλεις στην περιοχή της Κριμαίας και στα γύρω εδάφη. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, γίνεται αναφορά στο Βασίλειο του Βοσπόρου, μια ελληνιστική κοινότητα που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τους ντόπιους Σλάβους. Η καταστροφή αυτής της κοινότητας από νομαδικές φυλές ανάγκασε τους Σλάβους της Κριμαίας να μεταναστεύσουν βόρεια, προς το Κίεβο και αργότερα προς το Σούζνταλ, συνδέοντας έτσι γεωγραφικά και πολιτισμικά τις πρώτες ρωσικές κοινότητες με την ελληνική επιρροή.
Ο πιο καθοριστικός ρόλος της Ελλάδας, ή μάλλον του Βυζαντίου, αναδεικνύεται στο κεφάλαιο του εκχριστιανισμού των Ρος. Τα βιβλία περιγράφουν με ρομαντικό τρόπο την απόφαση του Πρίγκιπα Βλαδίμηρου του Α' να υιοθετήσει τον Χριστιανισμό, αφού οι απεσταλμένοι του εντυπωσιάστηκαν από την ομορφιά της Κωνσταντινούπολης, την οποία δεν βρήκαν στις εκκλησίες των Γερμανών. Η βάπτιση του Βλαδίμηρου από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα και ο γάμος του με την κόρη του συσφίγγουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών. Η νέα θρησκεία, σύμφωνα με τα εγχειρίδια, λειτούργησε ως εκσυγχρονιστική ιδεολογία, ενοποιώντας την ελίτ με τον απλό σλαβικό λαό, φέρνοντάς τους σε επαφή με τα λειτουργικά κείμενα που ήταν ήδη γραμμένα στο Κυριλλικό αλφάβητο και με την αρχαία ελληνική επιστήμη, χωρίς την ανάγκη εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας.
Η βυζαντινή κληρονομιά ενισχύεται και αργότερα, με την επέκταση του Μεγάλου Δουκάτου της Μοσχοβίας. Ο Πρίγκιπας Ιβάν ο Γ', αφού νίκησε τη Χρυσή Ορδή, παντρεύτηκε τη Σοφία Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αυτός ο γάμος καθιέρωσε τη Μόσχα ως το διάδοχο κράτος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προσδίδοντάς της τον τιμητικό τίτλο της Τρίτης Ρώμης. Αυτή η αναφορά δείχνει την άμεση και θεσμική σύνδεση της Ρωσίας με την ελληνική αυτοκρατορική παράδοση, μια σύνδεση που είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ρωσικής εθνικής συνείδησης.
Στη νεότερη ιστορία, η Ελλάδα επανεμφανίζεται στα κεφάλαια των Ρωσοτουρκικών πολέμων. Εκεί τονίζεται ότι η ρωσική αυτοκρατορία βοήθησε αποφασιστικά μια σειρά από λαούς να επαναστατήσουν ενάντια στους Οθωμανούς, με τους Έλληνες και τους Βούλγαρους να λαμβάνουν τη μεγαλύτερη, ανιδιοτελή βοήθεια σε στρατό, όπλα και εκπαίδευση. Ένα λογοτεχνικό κείμενο, που περιλαμβάνεται στα σχολικά βιβλία, αναδεικνύει τη Ρωσία ως το «μόνο εύφορο μέρος» όπου οι ανατρεπτικές ιδέες μπορούσαν να ριζώσουν, επιτρέποντας στους Έλληνες να «σπείρουν την απελευθέρωσή τους και να θερίσουν την καινούργια τους πατρίδα», υπογραμμίζοντας έτσι τη ρωσική συμβολή στην Ελληνική Επανάσταση. Τέλος, αν και η αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναφέρεται ως ιστορικό ορόσημο, τονίζεται ξεκάθαρα ότι ήταν ελληνική και δεν υπαινίσσεται κάτι άλλο. Αυτή η αναλυτική παρουσία της Ελλάδας στα ρωσικά σχολικά βιβλία επιβεβαιώνει τη βαθιά αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση των δύο πολιτισμών ανά τους αιώνες.