Η αποκάλυψη ήρθε σε ένα χωράφι έξω από το Δήλεσι, όπου οι πληροφορίες οδήγησαν τις αρχές στην εκταφή ενός λάκκου καλυμμένου με τσιμέντο. Εκεί, βρέθηκαν τα οστά του Βασίλη Σούφλα, του ανθρώπου που είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο ψυχρός εκτελεστής της ελληνικής παρανομίας. Ο Σούφλας, που είχε εξαφανιστεί από τη «νύχτα» τα τελευταία δύο χρόνια, βρήκε τον ίδιο βίαιο θάνατο που επεφύλασσε στα θύματά του, εκτελεσμένος από τον άνθρωπο που ο ίδιος είχε μυήσει στον κόσμο του εγκλήματος και είχε αποκτήσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του. Ήταν μια πράξη προδοσίας που έβαλε τέλος στην πορεία του ως βασικού πιστολιού στο διαβόητο «Συνδικάτο του Εγκλήματος».
Η εγκληματική οργάνωση, η οποία έδρασε κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, είχε ως κύρια δραστηριότητα τις ληστείες, τους εκβιασμούς και τις εκτελέσεις συμβολαίων θανάτου, οι οποίες συχνά οδηγούσαν σε άγριες βεντέτες και την αλληλοεξόντωση των μελών της. Ο Σούφλας, ξεκινώντας την πορεία του στην παραβατικότητα μαζί με άλλους διαβόητους της εποχής, έγινε γρήγορα ο φόβος και ο τρόμος της αθηναϊκής νύχτας. Η πρώτη του γνωστή εκτέλεση ήταν το 1990, όταν δολοφόνησε τον Παύλο Κατσαφάρο και τη σύζυγό του, Κανέλα, στο Γύθειο της Λακωνίας, μια υπόθεση που αρχικά οδήγησε άδικα στη φυλακή την ίδια τους την κόρη. Η λίστα των θυμάτων του περιλαμβάνει επίσης την εν ψυχρώ εκτέλεση του άτυχου φαντάρου Αντώνη Φάμελλου για τον οπλισμό του το 1992, τη δολοφονία του έμπορου αυτοκινήτων Κώστα Ντάκου στο Χαϊδάρι, καθώς και την εκτέλεση του ταμία Γιώργου Καραγκιόζη στη ληστεία τράπεζας στη Νιγρίτα Σερρών το 1993. Μετά τη σύλληψη άλλων μελών του Συνδικάτου, ο Σούφλας ανέλαβε την ηγεσία, στρατολογώντας νέα άτομα.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές του πράξεις ήταν η ανάληψη του συμβολαίου θανάτου για τον Ευάγγελο Παρασιάο, οικονομικό διευθυντή του κλαμπ Mercedes, έναν φόνο που διέπραξε το 1993 για δύο εκατομμύρια δραχμές, παρά τον αρχικό του δισταγμό να μπλέξει σε πολέμους συμμοριών. Ωστόσο, η ψυχολογική του κατάσταση επιδεινωνόταν σταθερά, ιδίως μετά τον θάνατο του πατέρα και του αδερφού του σε τροχαίο. Ο Σούφλας έγινε απρόβλεπτος και ικανός για ακραία βία, γεγονός που αποδεικνύεται από περιστατικά όπως ο εν ψυχρώ πυροβολισμός ενός γείτονα ταξιτζή στον Ασπρόπυργο το 1991 και το κάψιμο του ταξί του, ή η απόπειρα να τραβήξει όπλο για μια αντικανονική προσπέραση στο Αλεποχώρι. Η ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη συμπεριφορά του τον έκανε ανεπιθύμητο και επικίνδυνο ακόμη και για τους δικούς του συνεργάτες.
Η απόφαση να τον βγάλουν από τη μέση πάρθηκε όταν έγινε γνωστό ότι κάποιοι είχαν πλησιάσει τον Σούφλα για να εκτελέσει τον Θέμη Καλαποθαράκο, έναν από τους ισχυρούς προστάτες της νύχτας και σύμμαχο του Σούφλα. Την άνοιξη του 1994, ο Σωτήρης Κούσης, ο πιο έμπιστος συνεργάτης του, μαζί με ένα ακόμη άτομο, τον οδήγησαν σε μια απομονωμένη τοποθεσία στην Αγριλέζα Ωρωπού και τον εκτέλεσαν. Για να εξασφαλίσουν τη μόνιμη απόκρυψη του εγκλήματος, έθαψαν τον Σούφλα και έριξαν από πάνω τσιμέντο, διασφαλίζοντας ότι ούτε η βροχή ούτε τα ζώα θα αποκάλυπταν ποτέ τη σορό. Μετά την εκτέλεση, ο Κούσης ανέλαβε την αρχηγία, αλλά το «Συνδικάτο του Εγκλήματος» δεν άντεξε για πολύ, διαλύθηκε μέχρι το 1998. Η μοίρα, ωστόσο, είχε τον τελευταίο λόγο και για τον Κούση, ο οποίος το 2007 εκτελέστηκε και αυτός με τέσσερις σφαίρες, λίγο μετά την οκταήμερη άδειά του από τις φυλακές.
.jpg)