Το ημερολόγιο έδειχνε 4 Ιουνίου 2006, όταν οι Φυλακές Κορυδαλλού έγιναν το σκηνικό μιας πρωτοφανούς επιχείρησης, η οποία έμελλε να χαρίσει στον Αλκέτ Ριζάι τη φήμη του «Ιπτάμενου Δραπέτη». Ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε θρασύτατα στην ταράτσα, και μέσα σε λίγα λεπτά ο Ριζάι, μαζί με τον συγκρατούμενό του Βασίλη Παλαιοκώστα, απογειώθηκαν προς την ελευθερία. Αυτή η κινηματογραφική απόδραση δεν ήταν απλώς μια πράξη παρανομίας, αλλά η αρχή ενός μύθου που συνδυάζει αιματηρά εγκλήματα, αδίστακτη αποφασιστικότητα και μια παράδοξη εικόνα αντάρτη ενάντια στο σύστημα. Η ζωή του Ριζάι, γεννημένου στα τέλη της δεκαετίας του '70 στην Αλβανία, ξεκίνησε ήσυχα, με πάθος για την τεχνολογία, ωστόσο η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στην Ελλάδα στα 16 του χρόνια τον οδήγησε γρήγορα στον κόσμο της παρανομίας και της διακίνησης ναρκωτικών, παρά την αξιοσημείωτη ευφυΐα του και την ικανότητά του να μιλάει έξι γλώσσες.
Το βίαιο ξεκίνημα και η πρώτη σύλληψη
Τα πρώτα βίαια διαπιστευτήρια του Αλκέτ Ριζάι στις ελληνικές αρχές δόθηκαν τον Μάρτιο του 2003, όταν διέπραξε το πρώτο του γνωστό ανθρωποκτόνο έγκλημα. Θύμα ήταν ο 37χρονος Αθανάσιος Κοροπιώτης, τον οποίο ο Ριζάι βασάνισε και σκότωσε εν ψυχρώ, πιστεύοντας λανθασμένα ότι είχε σχέση με τη φίλη του. Η αγριότητα της πράξης σόκαρε την κοινή γνώμη, οδηγώντας σε ένα μεγάλο ανθρωποκυνηγητό. Ο Ριζάι, αν και μόλις 25 ετών, παρέμεινε ασύλληπτος για ενάμιση μήνα. Η πρώτη του σύλληψη στη Νέα Φιλαδέλφεια ήταν επεισοδιακή. Περιστοιχισμένος από άνδρες των ΕΚΑΜ, αντέδρασε βίαια, απειλώντας τους αστυνομικούς με χειροβομβίδες και ανοίγοντας πυρ με Καλάσνικοφ, αποφασισμένος να μην παραδοθεί. Τελικά, η ψυχραιμία των αστυνομικών και η έλλειψη διεξόδου τον ανάγκασαν να ρίξει τα όπλα και να οδηγηθεί στη φυλακή, καταδικασμένος για φόνο, κερδίζοντας τη φήμη του σκληρού και αδίστακτου κακοποιού.
Η επανάληψη του κατορθώματος και ο κώδικας τιμής
Η πρώτη απόδραση με ελικόπτερο το 2006, μαζί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα, προκάλεσε πολιτικό σεισμό και εκτόξευσε τη φήμη του Ριζάι, κάνοντάς τον πρωτοσέλιδο παγκοσμίως. Ωστόσο, η ελευθερία του συνοδεύτηκε από νέα βία. Λίγους μήνες μετά τη διαφυγή του, ενεπλάκη σε διπλό φονικό στο Περιστέρι, εκτελώντας δύο άντρες κατ’ εντολήν του νονού της νύχτας, Βασίλη Στεφανάκου, ανεβάζοντας τον αριθμό των ανθρωποκτονιών για τις οποίες τελικά καταδικάστηκε. Μετά από νέα καταδίωξη, συνελήφθη ξανά στη Βοιωτία. Παρά την αυστηρότερη φύλαξη, ο Ριζάι δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Στις 22 Φεβρουαρίου 2009, η σκηνή επαναλήφθηκε σαν εφιαλτικό ντεζαβού: ένα ελικόπτερο εμφανίστηκε ξανά πάνω από τον Κορυδαλλό, οδηγώντας τον ίδιο και τον Παλαιοκώστα για δεύτερη φορά στην αεροπορική διαφυγή. Η διεθνής κοινότητα σχολίασε ειρωνικά την ελληνική «ζωντανή αναμετάδοση του Prison Break». Η δεύτερη αυτή ελευθερία ήταν σύντομη. Όταν συνελήφθη εκ νέου λίγους μήνες αργότερα στο Γραμματικό, η εικόνα του σκληρού κακοποιού κλονίστηκε: ξέσπασε σε κλάματα για τη σύντροφό του που προφυλακίστηκε, επιμένοντας στην αθωότητά της. Κατά την ανάκρισή του για τη δεύτερη απόδραση, αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποκαλύψει την κρυψώνα του Παλαιοκώστα, δηλώνοντας με περηφάνια πως: «Προτιμώ να πεθάνω παρά να σας πω που βρίσκεται ο Βασίλης Παλαιοκώστας», τηρώντας έτσι τον άγραφο κώδικα τιμής του υποκόσμου.
Η τελευταία πράξη και η κληρονομιά του αντάρτη
Η αποφασιστικότητα του Αλκέτ Ριζάι δεν κάμφθηκε ούτε μετά τη βαριά καταδίκη του το 2011 σε δις ισόβια και επιπλέον 25 έτη κάθειρξη. Τον Ιούλιο του 2011, από τις Φυλακές Γρεβενών, προανήγγειλε ξεδιάντροπα μια τρίτη απόδραση, δηλώνοντας: «Καλύτερα να με σκοτώσουν». Πράγματι, τον Μάρτιο του 2013, στις Φυλακές Μαλανδρίνου, έστησε ένα πρωτοφανές θρίλερ, κρατώντας όμηρους πέντε σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Η «βόμβα» που ισχυρίστηκε ότι είχε στην κατοχή του ήταν μια ευφυής μπλόφα, ένας αυτοσχέδιος μηχανισμός από ραδιοφωνάκι και καλώδια. Μετά από 24 ώρες αγωνίας και μαραθώνιες διαπραγματεύσεις, ο Ριζάι παραδόθηκε, αποδεικνύοντας ότι η οξυδερκής μπλόφα του είχε πετύχει να προκαλέσει πανικό, όχι όμως και την απόδραση. Σήμερα, κρατείται στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Δομοκού, υπό συνεχή επιτήρηση. Ο Αλκέτ Ριζάι παραμένει ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους βαρυποινίτες στην Ελλάδα. Για πολλούς, ενσαρκώνει την εικόνα του αδίστακτου εκτελεστή, ενώ για άλλους, αποτελεί μια παράδοξη φιγούρα λαϊκού ήρωα και αντάρτη, που κατάφερε να κοροϊδέψει τις αρχές και να επιδείξει έναν δικό του κώδικα τιμής, εξασφαλίζοντας έτσι τη θέση του στο πάνθεον των θρυλικών παρανόμων.
