Η κεντρική ιδέα της σειράς Squid Game, η οποία αναδεικνύει την ανθρώπινη απληστία και τον ακραίο ατομικισμό, περιστρέφεται γύρω από το θέαμα: πλούσιοι παρακολουθούν τους «πλεμπαίους» να αλληλοσκοτώνονται για την επιβίωση, βλέποντας τον θάνατο ως μια διεστραμμένη μορφή ψυχαγωγίας. Στον επερχόμενο β’ κύκλο, μάλιστα, κάποιοι εξ αυτών των προνομιούχων φέρονται να μπαίνουν οι ίδιοι στο «παιχνίδι» για να σκοτώσουν προσωπικά τους παίκτες. Κι αν σας λέγαμε ότι η τέχνη αντιγράφει τη ζωή; Αυτά τα φρικιαστικά σενάρια δεν αποτελούν απλώς μια δυστοπική φαντασία, αλλά αντανάκλαση πραγματικών, διαχρονικών εκφάνσεων της σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης.
Όταν ο πόλεμος έγινε video game: Πλουσιόπαιδα και το «κυνήγι αμάχων»
Ένα ανατριχιαστικό παράδειγμα αυτής της νοσηρής πραγματικότητας έρχεται από την Ιταλία και μας γυρίζει πίσω στη δεκαετία του 1990. Τότε, πλουσιόπαιδα από τη γειτονική χώρα, αλλά και πολίτες από ΗΠΑ, Καναδά και Ρωσία, πλήρωναν αδρά για να μεταφερθούν στο Σαράγεβο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Γιουγκοσλαβίας. Ο σκοπός τους; Να αποκτήσουν την «ευκαιρία» να λειτουργήσουν ως ελεύθεροι σκοπευτές, σκοτώνοντας αμάχους για τη δική τους διεστραμμένη ψυχαγωγία.
Ναι, υπήρξε ένα είδος διαφήμισης —όχι ανοιχτής φυσικά— που λειτουργούσε ως πρόσκληση: «Γίνε κι εσύ ελεύθερος σκοπευτής για ένα Σαββατοκύριακο και δες πόσους αμάχους μπορείς να σκοτώσεις». Η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπιζόταν ως ένα «video game», μια ευκαιρία για να ανέβει η αδρεναλίνη, χωρίς ίχνος σεβασμού ή ηθικής. Οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνονταν στην Τεργέστη και μεταφέρονταν στους λόφους γύρω από το Σαράγεβο, έχοντας δωροδοκήσει πολιτοφυλακές Σέρβων της Βοσνίας του Ράντοβαν Κάρατζιτς, προκειμένου να πυροβολούν τον πληθυσμό της πολιορκημένης πόλης.
Τιμοκατάλογος θανάτου και δικαστική αλήθεια
Η φρίκη αποκτά ακόμα πιο αποκρουστική διάσταση, καθώς υπήρχαν πληροφορίες για τιμοκαταλόγους του θανάτου: κόστιζε διαφορετικά το να σκοτώσεις έναν ένοπλο και διαφορετικά έναν ηλικιωμένο ή ένα παιδί. Κατά την τετραετή πολιορκία της βοσνιακής πρωτεύουσας (1992-1996), σχεδόν 14.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, εκ των οποίων 5.500 ήταν πολίτες. Είναι εφιαλτικό να σκεφτεί κανείς ότι μερικοί από αυτούς τους αθώους ίσως να είχαν σωθεί, αν κάποια πλουσιόπαιδα δεν είχαν ξεπεράσει κάθε όριο ανθρωπιάς.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους λεγόμενους «τουρίστες πολέμου» ήταν ακροδεξιοί υποστηρικτές των όπλων. Σήμερα, δεκαετίες μετά, η Ιταλία έχει ανοίξει δικαστικά τον φάκελο, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα εθνική ντροπή. Την υπόθεση χειρίζεται ο εισαγγελέας Αλεσάντρο Γκόμπις με την κατηγορία της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και επαίσχυντα κίνητρα. Με βάση στοιχεία που υπέδειξαν ο δημοσιογράφος Έτσιο Γκαβατσένι, δύο δικηγόροι και ο πρώην δικαστής Γκουίντο Σαλβίνι, σύντομα αναμένεται να περάσει στο στάδιο των ανακρίσεων. Η αποκάλυψη των ταυτοτήτων και η παραδειγματική τιμωρία τους, ακόμη κι αν θεωρητικά τα αδικήματα έχουν παραγραφεί, είναι το ελάχιστο που οφείλεται στη μνήμη των θυμάτων που χάθηκαν άδικα εξαιτίας του καπρίτσιου και της αρρωστημένης τρέλας ορισμένων.
