Είναι σχεδόν σοκαριστικό να ανακαλύπτει κανείς πως εκείνοι οι εξιδανικευμένοι πολίτες της Αρχαίας Ελλάδας και του Χρυσού Αιώνα, που έθεσαν τα φιλοσοφικά θεμέλια της Δύσης και μας κληροδότησαν καινοτόμες ιδέες, ήταν στην καθημερινότητά τους τρομερά αθυρόστομοι, χυδαίοι και κυνικοί στους τσακωμούς τους. Ναι, οι Αρχαίοι Έλληνες έβριζαν, και μάλιστα πολύ. Αυτή η ιντριγκαδόρικη διαπίστωση αποτέλεσε την αφετηρία για το βιβλίο του Μάριου Βερέττα, Τα βρωμόλογα των αρχαίων Ελλήνων, το οποίο σταχυολόγησε τις πιο «πιπεράτες» εκφράσεις της αρχαίας γραμματείας, προσφέροντας μια παιδαγωγική ματιά στην αγοραία γλώσσα της εποχής.
Οι κωμωδιογράφοι ως πηγή αθυροστομίας
Το έργο του Αριστοφάνη, καθώς και άλλων κωμωδιογράφων, αποτελεί την πιο πλούσια πηγή για την αναζήτηση των αγοραίων εκφράσεων και του τρόπου που έβριζε ο απλός κόσμος στην Αρχαία Αθήνα. Ωστόσο, παρόλο που η βωμολοχία ήταν ευρέως διαδεδομένη, δεν έπαυε να θεωρείται ατιμωτική για όποιον την εξέφραζε. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποφθέγματα που αποδίδεται σε αρχαίους φιλοσόφους προτρέπει τους ποιητές να μη λοιδορούνται «ώσπερ αρτοπώλιδας», δηλαδή να μην ανταλλάσσουν χυδαιολογίες σαν τις φουρνάρισσες, υποδηλώνοντας την κοινωνική απαξίωση της ακραίας αθυροστομίας.
Οι πιο χαρακτηριστικές αρχαίες ελληνικές βρισιές
Οι βρισιές της αρχαιότητας ήταν συχνά ευφάνταστες, σύνθετες και συνήθως αναφέρονταν σε σεξουαλικές πράξεις, γεννητικά όργανα, ή στην εμφάνιση και τον χαρακτήρα του ατόμου. Ακολουθούν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες λέξεις, όπως έχουν καταγραφεί σε βιβλία και ψηφιακές πηγές, που αποκαλύπτουν τον κυνισμό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας:
- ΑΒΡΟΒΑΤΗΣ: Υποδηλώνει τον θηλυπρεπή άνδρα, εκείνον που βαδίζει με τρυφερό ή γυναικείο τρόπο (αβρός = τρυφερός, βαίνω = βαδίζω).
- ΑΝΑΣΕΙΣΙΦΑΛΛΟΣ: Χρησιμοποιούνταν για τη φιλήδονη γυναίκα που πιάνει και κουνάει τον φαλλό (ανασείω = κουνάω, φαλλός).
- ΒΔΕΩ: Το ρήμα για το «βρωμάω» ή «πέρδομαι».
- ΓΛΩΤΤΟΔΕΨΕΩ: Η έκφραση για τη διενέργεια μαλάξεων με τη γλώσσα.
- ΓΥΝΑΙΚΟΠΙΠΗΣ: Υποδηλώνει τον μπανιστιρτζή (οπιπτεύω = παρακολουθώ).
- ΔΡΟΜΑΣ: Η «εκείνη του δρόμου», δηλαδή η πόρνη.
- ΕΣΧΑΡΑ: Προέρχεται από το ρήμα ίσχω (εμποδίζω) και αποτελούσε μια λέξη για το αιδοίο.
- ΕΥΠΥΓΟΣ: Η γυναίκα με καλοσχηματισμένα οπίσθια (πυγή = οπίσθια), η οποία, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορούσε να είναι κομπλιμέντο ή χλευασμός.
- ΚΟΠΡΙΟΣ: Σήμαινε «τιποτένιος», προερχόμενο από τα κόπρανα.
- ΜΥΖΟΥΡΙΣ: Υποδηλώνει τη γυναίκα που κάνει στοματικό σεξ (μυζάω = ρουφάω, ουρά = πέος).
- ΠΟΣΘΩΝ: Ο άνδρας που έχει μεγάλη πόσθη, δηλαδή μεγάλο πέος (πόσθη = το δέρμα που περιβάλλει το πέος).
- ΗΔΟΝΟΘΗΚΗ: Η «θήκη της ηδονής», δηλαδή το αιδοίο.
- ΛΥΔΙΑ: Η πόρνη πολυτελείας.
- ΛΟΧΜΗ: Μεταφράζεται ως «θάμνος» και υποδηλώνει το τριχωτό αιδοίο.
- ΡΩΠΟΠΕΡΠΕΡΗΘΡΑΣ: Χρησιμοποιούνταν για το άτομο που λέει όλο χαζομάρες (ρώπος = φτηνόπραγμα, πέρπερος = φλυαρία).
- ΣΚΩΡΑΜΙΣ: Η λέξη για τον απατεώνα.
- ΧΑΛΚΙΔΙΤΙΣ: Η φθηνή πόρνη, εκείνη που εκδίδεται για ένα χάλκινο νόμισμα.
Η αθυροστομία των προγόνων μας δεν αναιρεί τη σοφία τους, αλλά απλώς αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη φύση, με τις αδυναμίες και τους κυνισμούς της, παραμένει σταθερή μέσα στους αιώνες.
