Η ιστορία της ΒΙΚΟΣ αποτελεί ένα φωτεινό παράδειγμα ελληνικής επιχειρηματικότητας, αποδεικνύοντας πώς μια τοπική, οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να ορθώσει ανάστημα απέναντι σε παγκόσμιους γίγαντες όπως η Coca-Cola και η Pepsico. Όλα ξεκίνησαν στην Ήπειρο τη δεκαετία του '90, όταν ο Πέτρος Σεπετάς, πολιτικός μηχανικός και οικονομολόγος με εμπειρία στον χώρο των ποτών, αποφάσισε μαζί με τη σύζυγό του, Ελένη Θεοχάρη, να ρισκάρει και να ιδρύσει την «Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεων Βίκος Α.Ε.». Η επιλογή της αγοράς ήταν στρατηγική: την εποχή εκείνη, ο Έλληνας καταναλωτής στρεφόταν όλο και περισσότερο προς το εμφιαλωμένο νερό, με τη ζήτηση να απειλεί σύντομα ακόμη και τα αναψυκτικά. Ωστόσο, η αγορά κυριαρχούνταν ήδη από πολυεθνικές, κάνοντας την αρχή δύσκολη.
Ο δρόμος προς την επιτυχία ήταν αργός και γεμάτος προκλήσεις. Ενώ ανέμεναν την απαραίτητη έγκριση για την εμφιάλωση από την ομώνυμη πηγή, το ζευγάρι δρομολόγησε την κατασκευή του πρώτου εργοστασίου στην Περίβλεπτο Ιωαννίνων, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1992. Στα πρώτα χρόνια, ο Πέτρος Σεπετάς φόρτωνε και ξεφόρτωνε ο ίδιος παλέτες, ενώ η σύζυγός του διαχειριζόταν τα οικονομικά. Η επίσημη αναγνώριση ως «Φυσικό Μεταλλικό Νερό» ήρθε το 1996. Το πρώτο μεγάλο βήμα για την κατάκτηση των ραφιών έγινε το 1997, με τη συμφωνία με την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Continent. Η εταιρεία επένδυσε άμεσα στη δημιουργία ενός δεύτερου εργοστασίου στο Καλπάκι Ιωαννίνων το 1998, ενισχύοντας σημαντικά τις γραμμές παραγωγής. Με την αυγή της νέας χιλιετίας, η ΒΙΚΟΣ προσαρμόστηκε στις ευρωπαϊκές οδηγίες, αντικαθιστώντας τα μπουκάλια από PVC με PET, και έχτισε ένα τρίτο εργοστάσιο για την παραγωγή φιαλών και καπακιών, με τις συνολικές επενδύσεις να φτάνουν τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2002.
Η εξέλιξη των προϊόντων ξεκίνησε το 2003 με την εισαγωγή της πλαστικής φιάλης του 1 λίτρου, που συνδύαζε πρακτικότητα και αισθητική. Την επόμενη χρονιά εισήλθε δυναμικά στη νέα αγορά του ανθρακούχου φυσικού μεταλλικού νερού (Σόδα Vκος), γνωρίζοντας άμεση επιτυχία. Η κομβικότερη κίνηση για την εκτόξευσή της σε εθνική εμβέλεια πραγματοποιήθηκε το 2005: ο Πέτρος Σεπετάς έκλεισε συμφωνία με τη γερμανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ Lidl για την παραγωγή των αναψυκτικών ιδιωτικής ετικέτας Freeway. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, η ΒΙΚΟΣ εκτόξευσε την παραγωγή της και μέχρι το 2008 είχε μεταμορφωθεί από τοπική επιχείρηση σε έναν οργανισμό με πανελλήνια απήχηση.
Τη δεκαετία του 2010, η ΒΙΚΟΣ συνέχισε την επέκταση και την καινοτομία. Το 2011 κυκλοφόρησε το Vκος Cool T και το 2014 εισήγαγε την κλασική της σειρά των οκτώ αναψυκτικών, με τη Vikos Cola να γίνεται η ναυαρχίδα της, κατακτώντας το 5% της συνολικής αγοράς κόλας στην Ελλάδα. Το 2018, με τα νέα της προϊόντα με στέβια, εξασφάλισε την κορυφή στην αντίστοιχη αγορά με μερίδιο 21%. Μέχρι το 2020, η συνολική επένδυση είχε φτάσει τα 21 εκατομμύρια ευρώ, με την εταιρεία να αποκτά και τέταρτο εργοστάσιο στους Καλιάνους Κορινθίας.
Σήμερα, η ΒΙΚΟΣ κατέχει κορυφαία θέση στις επιλογές του Έλληνα καταναλωτή, απασχολώντας 552 εργαζόμενους και αγγίζοντας πωλήσεις 127 εκατομμυρίων ευρώ. Με μερίδιο 20,4% στην αγορά του εμφιαλωμένου νερού, η εταιρεία ξεχωρίζει καθώς επέλεξε να διατηρήσει τις πηγές της αποκλειστικά ντόπιες, εξασφαλίζοντας σταθερή ποιότητα και δίνοντας έναν επιπλέον λόγο προτίμησης στον Έλληνα καταναλωτή. Πλέον, η δεύτερη γενιά της οικογένειας Σεπετά βρίσκεται στο τιμόνι, σχεδιάζοντας περαιτέρω διεθνοποίηση πέρα από τις ήδη υπάρχουσες εξαγωγές σε χώρες όπως η Κύπρος, η Γερμανία και η Αμερική, επιβεβαιώνοντας ότι μια ελληνική επιχείρηση μπορεί όχι μόνο να επιζήσει, αλλά και να μεγαλουργήσει απέναντι σε παγκόσμιους κολοσσούς.