Το μυθιστόρημα Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλεϊ, που εκδόθηκε το 1818, έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις κορυφαίες ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, η αντίληψη ότι πρόκειται για ένα «αδιανόητο» παραμύθι επιστημονικής φαντασίας είναι μια ερμηνεία που γεννήθηκε εκ των υστέρων. Για τους αναγνώστες του 19ου αιώνα, η αφήγηση του Victor Frankenstein δεν ήταν καθόλου εξωπραγματική. Αντίθετα, ήταν μια τρομακτική αντανάκλαση των πραγματικών, μακάβριων ιατρικών πειραμάτων που διεξάγονταν εκείνη την εποχή, ακριβώς στην αυγή της Εποχής του Διαφωτισμού, όπου η επιστήμη άρχισε να αντιμετωπίζει το ανθρώπινο σώμα ως μια εξελιγμένη «αισθανόμενη μηχανή».
Στη μακρά διάρκεια του 18ου αιώνα, οι επιστημονικές εξελίξεις στη φυσική και τη χημεία οδήγησαν σε μια ριζική επανεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμασταν τη ζωή και τον θάνατο. Η διάγνωση του θανάτου ήταν τότε μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, και οι αναφορές για άτομα (κυρίως θύματα πνιγμού) που ξαφνικά «επανέρχονταν» στη ζωή μετά από φαινομενικό θάνατο, τροφοδότησαν μια έντονη συζήτηση για τη ρευστή φύση των ορίων μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτή η αβεβαιότητα οδήγησε ακόμα και στην ίδρυση φιλανθρωπικών οργανώσεων, όπως η Βασιλική Ανθρωπιστική Εταιρεία της Αγγλίας το 1774, που σκοπό είχε την «ανάκτηση προσώπων φαινομενικά πνιγέντων». Παράλληλα, ο αυξανόμενος φόβος μήπως κάποιος ταφεί ζωντανός (μια ιδέα που ενέπνευσε ακόμη και τη δημιουργία φέρετρων με κουδούνια) υπογράμμιζε πόσο εύκολα θα μπορούσε κανείς να περάσει από τη μία κατάσταση στην άλλη.
Η κεντρική επιστημονική ιδέα που ενέπνευσε τη Σέλεϊ ήταν ο Γαλβανισμός. Στη δεκαετία του 1780, ο Ιταλός φυσικός Luigi Galvani πειραματίστηκε εφαρμόζοντας ηλεκτρικά σοκ σε νεκρά πόδια βατράχων, διαπιστώνοντας ότι μπορούσε να κάνει τους μυς τους να συσπαστούν. Ο Galvani διατύπωσε την ιδέα του «ζωικού ηλεκτρισμού» ως την έμφυτη δύναμη που δίνει ζωή στα έμβια όντα. Αν το ανθρώπινο σώμα ήταν μια μηχανή και η ενέργειά του ήταν ηλεκτρική, τότε δεν ήταν εντελώς απίθανο ένα πλήρως συναρμολογημένο πτώμα να μπορούσε να αναζωογονηθεί, εφόσον του δινόταν απλώς η «σπίθα» που έλειπε.
Την ιδέα του Γαλβανισμού πήγε στα άκρα ο ανιψιός του Galvani, Giovanni Aldini, ο οποίος έδωσε και το όνομα στην πρακτική. Ο Aldini διεξήγαγε φρικιαστικά πειράματα, εφαρμόζοντας ηλεκτρισμό σε κομμένα κεφάλια ζώων (όπως αγελάδες και πρόβατα) για να τα κάνει να ανοίξουν τα μάτια και να κινήσουν τα σαγόνια τους, σαν να ήταν ζωντανά. Το πιο διαβόητο πείραμά του έλαβε χώρα το 1803 στο Λονδίνο, όπου προσπάθησε να αναζωογονήσει το πτώμα του George Foster, ενός εκτελεσμένου δολοφόνου, μπροστά σε ένα κοινό. Η ηλεκτρική εφαρμογή προκάλεσε τρομακτικούς μυϊκούς σπασμούς, με το πρόσωπο του Foster να συσπάται και τα μάτια του να ανοίγουν. Αν και ο Aldini απέτυχε να επανεκκινήσει την καρδιά, το γεγονός ήταν τόσο συγκλονιστικό που η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη και άγγιξε την ίδια τη Μαίρη Σέλεϊ.
Στην εισαγωγή της έκδοσης του 1831, η Σέλεϊ επιβεβαίωσε την πραγματική έμπνευσή της, γράφοντας ότι «ίσως ένα πτώμα θα μπορούσε να αναζωογονηθεί· ο Γαλβανισμός είχε δώσει ενδείξεις για τέτοια πράγματα». Με αυτό τον τρόπο, ο Φρανκενστάιν δεν ήταν μια ανόητη ιστορία τεράτων, αλλά μια προφητική αφήγηση που βρισκόταν στην αιχμή της επιστημονικής έρευνας της εποχής. Η τρομακτική δύναμη της ιστορίας πήγαζε από το γεγονός ότι οι αναγνώστες συνειδητοποιούσαν πως ο στόχος του Victor Frankenstein ήταν απλώς το επόμενο, αναπόφευκτο βήμα μιας ήδη υπαρκτής και μακάβριας επιστημονικής πρακτικής.