Το φθινόπωρο του 2017 σηματοδοτήθηκε από ένα από τα πιο ειδεχθή και σοκαριστικά εγκλήματα των τελευταίων ετών, το οποίο πάγωσε το πανελλήνιο. Στις 17 Οκτωβρίου, στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών, η 32χρονη Δώρα Ζέμπερη, υπάλληλος της εφορίας Πειραιά, βρέθηκε δολοφονημένη. Το θύμα είχε δεχθεί συνολικά 14 μαχαιριές στον θώρακα και την πλάτη, ενώ τα αμυντικά τραύματα στα χέρια της μαρτυρούσαν τη σφοδρή και απεγνωσμένη μάχη που έδωσε για να ξεφύγει από τον δράστη της. Ταυτόχρονα, από τον τόπο του εγκλήματος έλειπαν τα προσωπικά της αντικείμενα, η τσάντα και το κινητό τηλέφωνο, γεγονός που έδωσε από την αρχή έναν σαφή τόνο ληστείας στην υπόθεση.
Οι αρχικές έρευνες της Αστυνομίας στράφηκαν, όπως συνηθίζεται, στο στενό οικογενειακό περιβάλλον της άτυχης κοπέλας, κυρίως λόγω των τεταμένων σχέσεων που διατηρούσε ο πατέρας της με την υπόλοιπη οικογένεια. Μάλιστα, η οικογένεια και η αδερφή της Δώρας είχαν στραφεί δημόσια εναντίον του πατέρα, εκτοξεύοντας δριμύτατα κατηγορώ. Ωστόσο, η παροχή αλίθι από τον πατέρα απάλλαξε την Αστυνομία από την υποχρέωση να εστιάσει εκεί, στρέφοντας τελικά τις έρευνες στο σενάριο της ληστείας που κατέληξε σε φόνο, λόγω της αντίστασης του θύματος. Η εξιχνίαση ήρθε μέσα από ένα αναπάντεχο στοιχείο που αποδείχθηκε το κλειδί: το κινητό τηλέφωνο της Ζέμπερη.
Βασικός ύποπτος αναδείχθηκε ο Μανώλης Σοροπίδης, ένας 58χρονος Έλληνας, τοξικομανής και σεσημασμένος, ο οποίος είχε αποφυλακιστεί λίγους μήνες νωρίτερα με τον Νόμο Παρασκευόπουλου, έχοντας εκτίσει ποινή για υποθέσεις ναρκωτικών. Οι αρχές εντόπισαν το στίγμα του κινητού στην περιοχή της Ομόνοιας, όπου ο Σοροπίδης το είχε πουλήσει σε κλεπταποδόχο αντί του ευτελούς ποσού των 20 ευρώ. Καθοριστική ήταν η στιγμή που ο αγοραστής άνοιξε ξανά τη συσκευή για να τοποθετήσει νέα κάρτα SIM, επιτρέποντας στους αστυνομικούς να εντοπίσουν το κατάστημα. Το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας του καταστήματος, αλλά και βιολογικό υλικό του δράστη που βρέθηκε σε χαρτοπετσέτες κοντά στον τόπο του εγκλήματος, επιβεβαίωσαν πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του.
Η αποτρόπαιη πράξη, όπως αποδείχθηκε, οφειλόταν στη μανία του δράστη να ληστέψει. Ο Σοροπίδης εισήλθε στο κοιμητήριο ψάχνοντας για υποψήφια θύματα ληστείας, καθώς ήταν χρήστης ναρκωτικών. Όταν πλησίασε τη Δώρα και προσπάθησε να της αρπάξει την τσάντα, εκείνη αντιστάθηκε και άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Η μανία και ο φόβος του να συλληφθεί όπλισαν το χέρι του, με αποτέλεσμα να τη μαχαιρώσει 14 φορές για να την φιμώσει, πριν διαφύγει καίγοντας την τσάντα και πουλώντας το κινητό. Ο ίδιος ο δράστης, στην πορεία της ανάκρισης, επιχείρησε να μετατρέψει την υπόθεση σε πολιτικό θρίλερ, υποστηρίζοντας ψευδώς ότι ήταν συμβόλαιο θανάτου για 30.000 ευρώ λόγω των οικονομικών υποθέσεων που χειριζόταν η Δώρα στην εφορία.
Το έγκλημα συγκλόνισε τόσο πολύ την κοινή γνώμη, που η μεταγωγή του Σοροπίδη στα δικαστήρια της Ευελπίδων μετατράπηκε σε σκηνικό έντασης, με συγγενείς του θύματος και συγκεντρωμένους πολίτες να επιτίθενται στον κατηγορούμενο. Η δικαιοσύνη αποφάνθηκε τον Ιούλιο του 2018, με το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον 58χρονο και να του επιβάλει ποινή δύο φορές ισόβια και 9 μήνες, καταδικάζοντάς τον για ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα. Η εισαγγελέας της έδρας μάλιστα, στην αγόρευσή της, είχε κατακεραυνώσει τον νόμο αποφυλάκισης, τονίζοντας πως «το μεγάλο έγκλημα της πολιτείας» ήταν η πρόωρη απελευθέρωση του κατηγορουμένου, ο οποίος τρεις μήνες μετά διέπραξε το αποτρόπαιο έγκλημα, κλείνοντας έτσι μία σκοτεινή υπόθεση που φώτισε τις παθογένειες του συστήματος και τη σκληρότητα του εγκλήματος.