Η υπόθεση της πενταπλής δολοφονίας στο Αγρίνιο το 2006 αποτελεί μια σπάνια και τραγική ιστορία, όπου η αλληλουχία των δεινών που ακολούθησαν την απώλεια μιας ολόκληρης οικογένειας έδωσε την αίσθηση μιας πραγματικής «κατάρας». Η φρίκη ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου του 2006, όταν πέντε συγγενείς, τα αδέρφια Χρήστος και Βασίλης Νικολόπουλος και τα ξαδέρφια τους Λάμπρος Ανδρέας, Ηλίας Πίπας και ο 17χρονος Αλέξης Νικολόπουλος, ξεκίνησαν από τη Λεύκα Αγρινίου για ένα κυνηγετικό ταξίδι έξω από τα Καλύβια. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος, ο πατέρας του Αλέξη δέχτηκε ένα ανησυχητικό τηλεφώνημα από τον γιο του, προλαβαίνοντας να ακούσει μόνο το όνομά του, πριν η γραμμή διακοπεί. Όταν η παρέα άργησε να επιστρέψει, ο πατέρας ξεκίνησε να τους ψάξει και ανακάλυψε το φρικτό θέαμα: τα σώματα των κυνηγών, διάσπαρτα ανάμεσα στα δέντρα, έφεραν τραύματα από σφαίρες, αλλά και χαριστικές βολές, γεγονός που σήμαινε ότι ο δράστης τους είχε εκτελέσει εν ψυχρώ για να σιγουρευτεί ότι ήταν νεκροί.
Η Αστυνομία κινητοποιήθηκε άμεσα, επιστρατεύοντας ειδικά κλιμάκια από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας Αττικής. Από την πρώτη στιγμή, οι υποψίες στράφηκαν σε ντόπιους, καθώς το έγκλημα συνέβη σε περιοχή όπου υπήρχε κοπάδι με πρόβατα, παραπέμποντας σε κτηνοτροφική διαμάχη. Γρήγορα, οι έρευνες επικεντρώθηκαν στον 73χρονο κτηνοτρόφο Λυσίμαχο Φούκα και τον 37χρονο γιο του, Διονύση Φούκα, οι οποίοι είχαν κτήματα στην περιοχή. Ο Διονύσης Φούκας, ένας ήρεμος και ευγενικός νεαρός, θεωρούνταν από τους γνωστούς του «άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε μύγα», γεγονός που ενέτεινε το σοκ της τοπικής κοινωνίας. Ωστόσο, η εύρεση του όπλου του φονικού στο σπίτι τους και η μαρτυρία άλλων κτηνοτρόφων που είχαν προειδοποιήσει τους Φούκα για τις ζημιές που προκαλούσαν οι κυνηγοί στο τριφύλλι, επιβάρυναν τη θέση τους.
Μετά από σκληρή ανάκριση, πατέρας και γιος ομολόγησαν τις πράξεις τους. Αν και αρχικά ο πατέρας προσπάθησε να αναλάβει την ευθύνη, αποδείχθηκε ότι πρωταγωνιστής των γεγονότων ήταν ο Διονύσης. Σύμφωνα με την απολογία του, ο καυγάς με τους κυνηγούς ξεκίνησε για τα πρόβατα που τρόμαζαν από την παρουσία τους. Όταν ξέσπασε ο καυγάς, ο Διονύσης, οπλισμένος με την καραμπίνα του, πυροβόλησε αδιακρίτως. Στη συνέχεια, ομολόγησε ότι έριξε χαριστικές βολές στον Ηλία Πίπα και τον Βασίλειο Νικολόπουλο και κυνήγησε τον 17χρονο Αλέξη Νικολόπουλο, τραυματίζοντάς τον στην πλάτη και δίνοντας του τελειωτική βολή. Ο Διονύσης δήλωσε πως βρισκόταν «εν βρασμώ ψυχής» και πως ήθελε να αυτοκτονήσει, ενώ ο πατέρας του, Λυσίμαχος, του φώναζε «μη, μη, μη».
Στις 28 Μαρτίου του 2008, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αιγίου καταδίκασε τον Διονύσιο και τον Λυσίμαχο Φούκα σε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Παρά την υπεράσπιση που επικαλέστηκε τον έντιμο βίο της οικογένειας, ακόμα και με 220 υπογραφές κατοίκων των Καλυβίων που ζητούσαν επιείκια, το δικαστήριο δεν δέχτηκε κανένα ελαφρυντικό. Δυστυχώς, η τραγωδία της οικογένειας Νικολοπούλου δεν σταμάτησε εκεί. Τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του 17χρονου Αλέξη, η μητέρα του, Κατερίνα, μη μπορώντας να διαχειριστεί την απώλεια, έβαλε τέλος στη ζωή της, πίνοντας φυτοφάρμακο μαζί με την κόρη της. Τα άψυχα κορμιά τους βρέθηκαν το 2010 από τον Βασίλη Νικολόπουλο, τον επιζώντα αδερφό του Αλέξη, σφραγίζοντας την κατάληξη μιας οικογένειας που υπέστη ανείπωτα δεινά.