Η υπόθεση της Ζωής Δαλακλίδου παραμένει μία από τις πιο ανατριχιαστικές σελίδες στην ιστορία του αληθινού εγκλήματος στην Ελλάδα, προκαλώντας σοκ και αποτροπιασμό μέχρι σήμερα. Τον Δεκέμβριο του 2012, η 34χρονη Ζωή επέστρεψε στην πατρίδα της, την Ξάνθη, για να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων με την οικογένειά της, αφήνοντας για λίγο τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις στη Θεσσαλονίκη. Η δραστήρια και γεμάτη όνειρα γυναίκα, που λάτρευε τα ταξίδια και τη φωτογραφία, δεν φανταζόταν ποτέ ότι η μοίρα της θα σφραγιζόταν από έναν άνθρωπο που ζούσε στη γειτονιά της, μετατρέποντας τις γιορτινές ημέρες σε μια ανείπωτη τραγωδία.
Τα ξημερώματα της 27ης Δεκεμβρίου, η νυχτερινή έξοδος της Ζωής κατέληξε σε εφιάλτη στην είσοδο της πολυκατοικίας του πατρικού της σπιτιού. Ο 27χρονος γείτονάς της, Χρήστος Παπάζογλου, της επιτέθηκε βίαια, τη χτύπησε στο κεφάλι και στη συνέχεια τη βίασε με αγριότητα. Σε μια προσπάθεια να εξαφανίσει τα ίχνη του και να μην αναγνωριστεί, ο δράστης πήρε βενζίνη από σταθμευμένα μηχανάκια και της έβαλε φωτιά ενώ η άτυχη γυναίκα είχε ακόμα τις αισθήσεις της. Η τραγική ειρωνία κορυφώθηκε όταν ο πατέρας και ο αδερφός της προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά στην πυλωτή, χωρίς να γνωρίζουν αρχικά ότι μέσα στις φλόγες βρισκόταν το αγαπημένο τους πρόσωπο.
Η αστυνομική έρευνα στην Ξάνθη ήταν άμεση και σχολαστική, οδηγώντας γρήγορα στη σύλληψη του δράστη, ο οποίος είχε αφήσει συντριπτικά στοιχεία πίσω του. Δαχτυλικά αποτυπώματα στα μηχανάκια, το κινητό τηλέφωνο του θύματος που βρέθηκε στο σπίτι του και γενετικό υλικό (DNA) πάνω στο σώμα της Ζωής, κατέστησαν την ενοχή του αδιαμφισβήτητη. Ο Παπάζογλου, που είχε ήδη παρελθόν με καταγγελίες για επιθέσεις και απόπειρες βιασμού, ομολόγησε τις πράξεις του, αν και προσπάθησε προκλητικά να αρνηθεί τη σεξουαλική κακοποίηση, ισχυριζόμενος ότι η επαφή ήταν συναινετική, κάτι που καταρρίφθηκε από την ιατροδικαστική έκθεση.
Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης ήταν καταλυτική, με τη δικαιοσύνη να εξαντλεί την αυστηρότητά της απέναντι στον «δράκο της Ξάνθης». Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κομοτηνής τον καταδίκασε σε ισόβια κάθιξη και επιπλέον 25 χρόνια φυλάκιση για βιασμό, ανθρωποκτονία από πρόθεση και εμπρησμό. Παρά τις προσπάθειες του δράστη να μειώσει την ποινή του μέσω εφέσεων επικαλούμενος αλλαγές στον ποινικό κώδικα, το Εφετείο και αργότερα ο Άρειος Πάγος επικύρωσαν την ποινή των ισοβίων, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα κατά της έμφυλης βίας και των εγκλημάτων κατά γυναικών στην Ελλάδα.
Η μνήμη της Ζωής Δαλακλίδου παραμένει ζωντανή μέσα από τις δράσεις της οικογένειάς της και των γυναικείων οργανώσεων που ζητούν δικαιοσύνη και προστασία. Το έγκλημα αυτό αποτέλεσε την αφετηρία για μια ευρύτερη συζήτηση στην ελληνική κοινωνία σχετικά με την ανοχή απέναντι στην κακοποίηση και την ανάγκη για ριζική αλλαγή νοοτροπίας. Κάθε χρόνο, η επέτειος του φρικτού αυτού φόνου θυμίζει σε όλους ότι η ασφάλεια και ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτα αγαθά, ενώ η υπόθεση αυτή παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά παραδείγματα της κρυμμένης βίας που μπορεί να παραμονεύει ακόμα και στη διπλανή πόρτα.