Το Σύνδρομο Down, γνωστό και ως Τρισωμία 21, είναι μια γενετική κατάσταση που προκύπτει από την παρουσία ενός επιπλέον αντιγράφου του χρωμοσώματος 21. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι με αυτή την κατάσταση υπήρχαν πάντα στην ανθρώπινη ιστορία, η ιατρική τους αναγνώριση και η κοινωνική τους αντιμετώπιση πέρασαν από σκοτεινά μονοπάτια. Στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, αν και δεν υπήρχε επίσημη διάγνωση, αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν ότι συχνά θάβονταν μαζί με την υπόλοιπη κοινότητα, γεγονός που ίσως υποδηλώνει μια μορφή αποδοχής. Ωστόσο, χωρίς την κατάλληλη ιατρική φροντίδα, πολλοί πέθαιναν σε πολύ νεαρή ηλικία, κυρίως λόγω συγγενών καρδιοπαθειών που συνοδεύουν συχνά το σύνδρομο.
Η επίσημη περιγραφή της κατάστασης έγινε το 1866 από τον Βρετανό γιατρό John Langdon Down, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Δυστυχώς, η αρχική ταξινόμηση έγινε μέσα από το πρίσμα της φυλετικής ψευδοεπιστήμης της εποχής, με τον όρο «μογγολοειδής ιδιωτεία», λόγω των χαρακτηριστικών του προσώπου που θύμιζαν στους τότε επιστήμονες πληθυσμούς της Μογγολίας. Ο ίδιος ο Down αργότερα ίδρυσε το Normansfield, ένα πρότυπο ίδρυμα για την εποχή του, όπου οι ασθενείς λάμβαναν εκπαίδευση και συμμετείχαν σε δημιουργικές δραστηριότητες, ξεφεύγοντας από την απλή απομόνωση που ήταν ο κανόνας για τα άτομα με νοητική υστέρηση.
Ο 20ός αιώνας έφερε μαζί του τη φρίκη της ευγονικής. Σε πολλές χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, θεσπίστηκαν νόμοι για την αναγκαστική στείρωση ατόμων με Σύνδρομο Down, θεωρώντας τους «γενετικό ελάττωμα» που απειλούσε την κοινωνία. Η πιο ακραία μορφή αυτής της ιδεολογίας εφαρμόστηκε από το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία μέσω του προγράμματος T4. Χιλιάδες παιδιά και ενήλικες με Σύνδρομο Down δολοφονήθηκαν σε ειδικά κέντρα, αποτελώντας τα πρώτα θύματα μιας μηχανής εξόντωσης που αργότερα θα οδηγούσε στα στρατόπεδα θανάτου. Ακόμα και μετά τον πόλεμο, η ιδρυματοποίηση παρέμεινε ο κανόνας για δεκαετίες, με περιπτώσεις όπως το Willowbrook στη Νέα Υόρκη να αποκαλύπτουν άθλιες συνθήκες διαβίωσης και πλήρη παραμέληση.
Η μεγάλη στροφή ξεκίνησε στα μέσα του 20ού αιώνα με την ανακάλυψη της χρωμοσωμικής αιτίας του συνδρόμου και την προσπάθεια εξάλειψης της υποτιμητικής γλώσσας. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, το επίκεντρο μετατοπίστηκε στην κοινοτική φροντίδα και την ένταξη. Η ιατρική πρόοδος αύξησε κατακόρυφα το προσδόκιμο ζωής από τα 10 έτη τη δεκαετία του 1940 στα 60 έτη σήμερα. Παρά την ορατότητα και τις επιτυχίες ατόμων με Σύνδρομο Down στις τέχνες και τον αθλητισμό, νέες προκλήσεις ανακύπτουν με τις σύγχρονες προγεννητικές εξετάσεις, οι οποίες οδηγούν σε υψηλά ποσοστά τερματισμού κυήσεων, ανοίγοντας εκ νέου ηθικές συζητήσεις για την αποδοχή της διαφορετικότητας στην κοινωνία μας.