Η ιστορία της Κύπρου είναι γεμάτη με σελίδες πόνου, αλλά ελάχιστες στιγμές συγκρίνονται με το τραγικό τριήμερο του Αυγούστου του 1996. Μέσα σε διάστημα μόλις τριών εικοσιτετραώρων, δύο νεαρά αγόρια δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ μπροστά στις κάμερες της διεθνούς κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι οι δράστες ταυτοποιήθηκαν και τα στοιχεία της ενοχής τους ήταν αδιάσειστα, καμία ουσιαστική τιμωρία δεν επιβλήθηκε ποτέ. Το χρονικό ξεκίνησε με μια ελπιδοφόρα πρωτοβουλία: χιλιάδες μοτοσυκλετιστές από όλη την Ευρώπη ξεκίνησαν από την Πύλη του Βρανδεμβούργου με στόχο να καταλήξουν στην κατεχόμενη Κερύνεια, μεταφέροντας το μήνυμα ότι η Ευρώπη πρέπει να είναι ενιαία, χωρίς τείχη και στρατούς κατοχής.
Η μεγαλειώδης αυτή πορεία, που διοργανώθηκε από την Κυπριακή Ομοσπονδία Μοτοσυκλετιστών, σκόνταψε τελικά στις απειλές του κατοχικού καθεστώτος και στις γεωπολιτικές ισορροπίες. Ο Ραούφ Ντενκτάς είχε διαμηνύσει ότι οι δυνάμεις του θα άνοιγαν πυρ, οδηγώντας τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γλαύκο Κληρίδη, να ζητήσει την ακύρωση της πορείας για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ενώ η επίσημη πορεία ματαιώθηκε, μια ομάδα αποφασισμένων μοτοσυκλετιστών επέλεξε να συνεχίσει προς τη «Νεκρή Ζώνη», αρνούμενη να συμβιβαστεί. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο 24χρονος Τάσος Ισαάκ, ο οποίος έμελλε να γίνει σύμβολο αυτοθυσίας.
Στο οδόφραγμα της Δερύνειας, η κατάσταση εκτροχιάστηκε γρήγορα. Τουρκοκύπριοι και μέλη της εξτρεμιστικής οργάνωσης «Γκρίζοι Λύκοι», που είχαν μεταφερθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό από την Τουρκία, είχαν στήσει καρτέρι. Όταν ένας διαδηλωτής εγκλωβίστηκε στα συρματοπλέγματα και άρχισε να δέχεται επίθεση, ο Τάσος Ισαάκ έτρεξε να τον βοηθήσει. Κατάφερε να σώσει τον συμπολίτη του, αλλά παγιδεύτηκε ο ίδιος. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο όχλος τον κύκλωσε και τον χτύπησε μέχρι θανάτου με πέτρες, ρόπαλα και λοστούς, μπροστά στα αδύναμα να αντιδράσουν μάτια των ανδρών της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ. Ο Τάσος άφησε την τελευταία του πνοή λίγα μέτρα μακριά από την ελευθερία, αφήνοντας πίσω του μια έγκυο σύζυγο.
Η κηδεία του Τάσου Ισαάκ, στις 14 Αυγούστου, μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα οργής και πένθους. Αμέσως μετά την τελετή, μια ομάδα διαδηλωτών, ανάμεσά τους και ο ξάδελφος του θύματος, Σολωμός Σολωμού, επέστρεψε στο σημείο του εγκλήματος για να αποτίσει φόρο τιμής. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Μέσα στην ένταση, ο 26χρονος Σολωμού, με το τσιγάρο στο στόμα και το βλέμμα καρφωμένο στον τουρκικό ιστό, πήρε την απόφαση να κατεβάσει το σύμβολο της κατοχής. Αγνόησε τις εκκλήσεις των γύρω του και πέρασε τα συρματοπλέγματα, ξεκινώντας την αναρρίχηση προς τον θάνατο. Πριν προλάβει να φτάσει στα μισά του ιστού, τρεις πυροβολισμοί από το απέναντι φυλάκιο του έκοψαν το νήμα της ζωής, ρίχνοντάς τον νεκρό στο χώμα.
Οι κάμερες κατέγραψαν τα πάντα, επιτρέποντας στις αρχές να ταυτοποιήσουν τους δράστες. Μεταξύ αυτών ήταν ο Κενάν Ακίν, έποικος και πρώην αξιωματικός του τουρκικού στρατού, ο οποίος αργότερα διετέλεσε ακόμη και «υπουργός» του ψευδοκράτους. Χρόνια αργότερα, ο Ακίν προκάλεσε ξανά, δηλώνοντας αμετανόητος και υποστηρίζοντας ότι θα πυροβολούσε ξανά αν χρειαζόταν, παρόλο που αρνήθηκε ότι η δική του σφαίρα ήταν η μοιραία. Παρά τα διεθνή εντάλματα σύλληψης για πέντε άτομα και την καταδίκη της Τουρκίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι δράστες παραμένουν ελεύθεροι, προστατευμένοι από το κατοχικό καθεστώς.
Σήμερα, η μνήμη των δύο ηρώων παραμένει ζωντανή, όμως το αίτημα για δικαίωση παραμένει ανεκπλήρωτο. Η Αναστασία Ισαάκ, η κόρη που δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, συγκλονίζει με τα λόγια της, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι ενώ η ατιμωρησία συνεχίζεται. Η θυσία του Τάσου και του Σολωμού δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά, αλλά μια ανοιχτή πληγή και μια διαρκής υπενθύμιση του χρέους για την απονομή δικαιοσύνης και την απελευθέρωση του νησιού από τον στρατό κατοχής.