Η υπόθεση του Κοκκιναρά παραμένει μία από τις πιο ανατριχιαστικές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού εγκλήματος, όχι μόνο για τη βιαιότητά της, αλλά και για το προφίλ των εμπλεκόμενων προσώπων. Το σαββατόβραδο της 12ης Οκτωβρίου 1952, στην πιάτσα των ταξί στο Ψυχικό, ένας νεαρός άνδρας επέλεξε μια πολυτελή Buick για μια βόλτα στα βόρεια προάστια. Ο οδηγός, ο 44χρονος Γιώργος Στάϊκος, πατέρας τεσσάρων παιδιών και πρώην σοφέρ της βασιλικής οικογένειας, δέχτηκε την κούρσα χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του. Το επόμενο πρωί, το πτώμα του βρέθηκε πεταμένο σε μια ρεματιά στον Κοκκιναρά Κηφισιάς, φέροντας τρεις σφαίρες στο κεφάλι.
Το μυστήριο γύρω από το κίνητρο της δολοφονίας περιπλάκηκε αμέσως, καθώς στις τσέπες του θύματος βρέθηκε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 15.000 δραχμών. Η αστυνομία απέκλεισε τη ληστεία και επικεντρώθηκε στην κλοπή του πολυτελούς αυτοκινήτου. Χρησιμοποιώντας το αρχείο των σεσημασμένων, οι αρχές οδηγήθηκαν ταχύτατα στον «Νώντα», έναν 16χρονο από εύπορη οικογένεια της Κηφισιάς, ο οποίος είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές λίγους μήνες νωρίτερα για την κλοπή ενός διπλωματικού αυτοκινήτου. Η σύλληψή του έγινε δυνατή χάρη στα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στη λαβή του πορτμπαγκάζ της Buick, η οποία εγκαταλείφθηκε σε έναν ελαιώνα στην Κορινθία.
Η ομολογία του νεαρού δράστη σόκαρε την κοινή γνώμη για την κυνικότητα και την έλλειψη μεταμέλειας. Ο Νώντας περιέγραψε ένα αφελές αλλά δολοφονικό σχέδιο: ήθελε ένα γρήγορο αυτοκίνητο για να διαπράξει ληστείες και να διαφύγει στο εξωτερικό. Η ψυχρότητα με την οποία αντιμετώπισε το έγκλημα, ακόμα και κατά την αναπαράσταση, οδήγησε τους ειδικούς να μιλούν για μια σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας και μια βαθιά αίσθηση ατιμωρησίας, η οποία καλλιεργήθηκε από την υπερβολική ανοχή του πατέρα του. Η δίκη που ακολούθησε το 1953 αποτέλεσε το κεντρικό θέμα συζήτησης σε όλη τη χώρα, αναδεικνύοντας τις ευθύνες της οικογένειας και τον ρόλο της ανατροφής στη διαμόρφωση της νεανικής παραβατικότητας.
Το έγκλημα στον Κοκκιναρά λειτούργησε ως μια βίαιη αφύπνιση για την ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του '50, καταρρίπτοντας την εικόνα της απόλυτης ασφάλειας και της ηθικής τάξης. Η καταδίκη του Νώντα σε 20 χρόνια κάθειρξη, την ανώτατη ποινή για ανήλικο, σφράγισε μια υπόθεση που έφερε στο φως τη σύγκρουση δύο κόσμων: του τίμιου μόχθου του θύματος και της αλαζονικής αντικοινωνικής συμπεριφοράς του δράστη. Η ιστορία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα ένα σκοτεινό ορόσημο, υπενθυμίζοντας ότι το κακό μπορεί να αναδυθεί ακόμα και μέσα από περιβάλλοντα που φαινομενικά εγγυώνται την κοινωνική ένταξη.