Το Σούνιο, ένας τόπος συνυφασμένος με την αρχαία δόξα και τον επιβλητικό ναό του Ποσειδώνα, έγινε τον Ιανουάριο του 1991 το ανατριχιαστικό σκηνικό ενός από τα πιο σκοτεινά και ανεξιχνίαστα εγκλήματα στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Η διπλή δολοφονία της 27χρονης Μαρίας Νίκα και του 39χρονου αρραβωνιαστικού της, Στέφανου Στεφάνου, ενός ανθυποπλοίαρχου του εμπορικού ναυτικού, παραμένει μέχρι σήμερα ένα άλυτο μυστήριο που στοιχειώνει την ελληνική εγκληματολογία. Το ζευγάρι, αφού είχε δειπνήσει με παρέα, αποχώρησε λίγο πριν τις 10 το βράδυ με κατεύθυνση την ερημική περιοχή του Σουνίου.
Η μοιραία νύχτα της 20ης Ιανουαρίου του 1991 βρήκε τα δύο θύματα νεκρά, εκτελεσμένα εντός του αυτοκινήτου τους, στο πάρκινγκ κοντά στον ναό του Ποσειδώνα. Οι δράστες πυροβόλησαν τον καθένα τους δύο φορές, εξ επαφής, χρησιμοποιώντας κυνηγετικό όπλο. Το σκηνικό που αντίκρισαν οι αρχές μαρτυρούσε μια αιφνίδια και βίαιη πράξη: οι πόρτες του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτές και το ραδιόφωνο έπαιζε μουσική, υποδηλώνοντας ότι το ζευγάρι διακόπηκε απότομα χωρίς να προλάβει να αντιδράσει ή να αντισταθεί. Το γεγονός ότι η ταυτότητα του Στέφανου βρέθηκε πάνω του απέκλεισε άμεσα το κίνητρο της ληστείας ως το μοναδικό ή κύριο κίνητρο του φονικού.
Οι έρευνες των αρχών ξεκίνησαν με τεράστιες δυσκολίες, καθώς η περιοχή ήταν εντελώς ερημική τους χειμερινούς μήνες και δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας. Έξι ημέρες μετά το έγκλημα, βρέθηκε πεταμένο στα βράχια κοντά στον τόπο του φόνου το όπλο του εγκλήματος, ένα κλεμμένο δίκανο με κομμένη κάνη. Διαπιστώθηκε ότι το όπλο είχε κλαπεί 2,5 με 3 μήνες νωρίτερα από ένα σπίτι στα Μελίσσια της Αττικής, μια απόσταση δεκάδων χιλιομέτρων. Η χρήση ενός κλεμμένου όπλου από τόσο μακρινή περιοχή, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία δαχτυλικών αποτυπωμάτων τόσο στο όπλο όσο και στο αυτοκίνητο ή τα ρούχα των θυμάτων, οδήγησε τις αρχές στο συμπέρασμα ότι ο δράστης ήταν απόλυτα επαγγελματίας.
Το βασικότερο στοιχείο που καθιστά την υπόθεση ανεξιχνίαστη είναι η άγνωστη ταυτότητα και το εντελώς ανεξήγητο κίνητρο της διπλής δολοφονίας. Η αστυνομία απέκλεισε γρήγορα το ενδεχόμενο σύνδεσης των θυμάτων με τον δράστη, καθώς και τη θεωρία του σεξουαλικού εγκλήματος λόγω των σφοδρών καιρικών συνθηκών της νύχτας. Ωστόσο, παρά τις πάνω από 30 φορές που ο φάκελος της διπλής δολοφονίας άνοιξε για επανεξέταση μέσα στα επόμενα 14 χρόνια, δεν προστέθηκε ποτέ κανένα ουσιαστικό στοιχείο που να φωτίζει την ταυτότητα του εκτελεστή. Η τραγωδία είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για την οικογένεια, με τον πατέρα της Μαρίας να φεύγει από τη ζωή λίγα χρόνια αργότερα από τον καημό του, και το άγριο δίδυμο φονικό να παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια της Ελλάδας.