Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ένας πόλεμος φαντασμάτων, όπου οι Αμερικανοί στρατιώτες ήταν πολύ πιο πιθανό να σκοτωθούν από τον εχθρό παρά να τον δουν ποτέ. Σε αυτό το σκηνικό, οι αντάρτες του Βιετκόνγκ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης) ανέπτυξαν μια στρατηγική ασύμμετρου πολέμου, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τον θύλακα της ζούγκλας ως όπλο. Για τους Αμερικανούς πεζοναύτες, κάθε βήμα ήταν ένα στοίχημα, καθώς το Βιετνάμ είχε μετατραπεί σε μια ατελείωτη παγίδα θανάτου γεμάτη αυτοσχέδιες και βάναυσες μηχανές θανάτου, οι οποίες όχι μόνο προκαλούσαν φρικτούς τραυματισμούς, αλλά και υπονόμευαν βαθιά το ηθικό και την ψυχολογία τους.
Ένα από τα πιο εμβληματικά όπλα του Βιετκόνγκ ήταν τα Punji Sticks – κοφτεροί ξύλινοι πάσσαλοι (συχνά από μπαμπού), ακονισμένοι και σκληρυμένοι στη φωτιά. Αυτοί οι πάσσαλοι τοποθετούνταν σε καμουφλαρισμένους λάκκους, όπου οι στρατιώτες πέφτοντας θα τρυπιόνταν ή θα πάσχιζαν. Για να μεγιστοποιήσουν τη ζημιά, οι πάσσαλοι συχνά αλείφονταν με δηλητήρια, ζωικά περιττώματα ή κόπρανα, ώστε να προκαλέσουν σοβαρές μολύνσεις που απαιτούσαν μακροχρόνια ιατρική περίθαλψη, καθιστώντας τον τραυματισμένο στρατιώτη εκτός μάχης για μεγάλο διάστημα. Άλλες απλές αλλά καταστροφικές παγίδες περιλάμβαναν μαστίγια από μπαμπού, τα οποία τεντώνονταν και αφήνονταν ελεύθερα από ένα σύρμα, χτυπώντας τους στρατιώτες στον κορμό ή στα πόδια με αιχμηρές ακίδες, ή παγίδες βαρύτητας, όπως βαριά ρόπαλα ή σανίδες με καρφιά (Tiger traps) που έπεφταν από τα δέντρα. Ακόμη και η άγρια ζωή επιστρατεύτηκε, με δηλητηριώδη φίδια και σκορπιούς να κρύβονται σε οπές ή να ρίχνονται σε στρατιώτες από κούτες.
Η χρησιμοποίηση αυτών των "λίθινης εποχής" παγίδων είχε βαθιά στρατηγική σημασία. Ο Βιετκόνγκ, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε συμβατικό πόλεμο λόγω της υπεροχής τους σε δύναμη πυρός και αέρα, επέλεξε έναν πόλεμο φθοράς. Οι παγίδες ήταν φθηνές, εύκολες στην κατασκευή και εξαιρετικά αποτελεσματικές στο να προκαλούν υψηλό ποσοστό απωλειών (το 11% των θανάτων του Στρατού των ΗΠΑ και το 17% των τραυματισμών μεταξύ 1965 και 1970 αποδίδονται σε παγίδες). Ο κύριος στόχος ήταν να εξαντλήσουν την ενέργεια, να επιβραδύνουν τις περιπολίες και να ανεβάσουν το κόστος σε ανθρώπινα θύματα, μετατρέποντας τελικά την κοινή γνώμη στην Αμερική ενάντια στον πόλεμο.
Η εφευρετικότητα των ανταρτών δεν περιορίστηκε στα ξύλα και το δηλητήριο. Χρησιμοποίησαν τεράστιες ποσότητες εκρηκτικών, συχνά συλλέγοντας άσκαφτα πυρομαχικά και βόμβες των ΗΠΑ. Μια κοινή τακτική ήταν η προσαρμογή χειροβομβίδων, αφαιρώντας τον καθυστερημένο πυροκροτητή και τοποθετώντας τις σε κονσέρβες φαγητού ή σε ψάθινες στέγες: όταν η κονσέρβα μετακινούνταν ή η φωτιά έλιωνε το λάστιχο που κρατούσε την περόνη, η χειροβομβίδα εκρηγνυόταν αμέσως. Μια από τις πιο αποτρόπαιες παγίδες ήταν το Cartridge Trap, ή «ποδοκροτίδα» (toe popper). Αυτή ήταν μια απλή κατασκευή από μια σφαίρα, ένα καρφί και μπαμπού, τοποθετημένη στο έδαφος: όταν ένας στρατιώτης την πατούσε, η πίεση έκανε τη σφαίρα να χτυπήσει το καρφί, πυροδοτώντας τη και εκτοξεύοντας την προς τα πάνω, συνήθως στο πόδι του στρατιώτη, προκαλώντας φρικτό ακρωτηριασμό. Ακόμη, οι παγίδες εκμεταλλεύονταν τις διαδικασίες του αμερικανικού στρατού: η Παγίδα Ελικοπτέρου τοποθετούνταν σε ζώνες προσγείωσης, όπου η δίνη των ελικοπτέρων θα πυροδοτούσε τα κρυμμένα εκρηκτικά. Ήταν τόσο περίπλοκη η γνώση του εχθρού, που έβαζαν νάρκες κάτω από πτώματα ή ακόμη και σε σωρούς κοπριάς, γνωρίζοντας ότι οι στρατιώτες θα προσπαθούσαν να καθαρίσουν την περιοχή.
Αυτή η φύση του πολέμου είχε ένα τεράστιο ψυχολογικό τίμημα. Οι παγίδες ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν, αφήνοντας τους στρατιώτες με ένα διάχυτο αίσθημα παράνοιας, όπου κάθε βήμα ήταν δυνητικά μοιραίο. Η τύχη καθόριζε ποιος θα επιβίωνε με μια απλή γρατζουνιά και ποιος θα διαμελιζόταν ολοσχερώς από ένα εκρηκτικό. Αυτή η διαρκής, αόρατη απειλή επιβράδυνε τις αμερικανικές δυνάμεις και, δυστυχώς, διοχέτευσε τη συσσωρευμένη οργή και αδυναμία εντοπισμού του εχθρού σε αθώους πολίτες, οδηγώντας σε μερικές από τις χειρότερες φρικαλεότητες του πολέμου, όπως η σφαγή του Μάι Λάι. Η κληρονομιά των παγίδων του Βιετνάμ παραμένει η απόλυτη απόδειξη ότι σε έναν ασύμμετρο πόλεμο, καμία υπεροπλία δεν μπορεί να υπερισχύσει της εφευρετικότητας, της γνώσης του εδάφους και της ακατάπαυστης θέλησης για αντίσταση.