Η ιστορία της Αντονίνα Μακάροβα αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές και σκοτεινές περιπτώσεις προδοσίας και μεταμόρφωσης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γεννημένη το 1920 στη Ρωσία, η Μακάροβα μεγάλωσε με τις σοβιετικές αξίες και, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ΕΣΣΔ το 1941, προσφέρθηκε εθελοντικά να υπηρετήσει ως νοσοκόμα στο μέτωπο. Ωστόσο, η μοίρα της άλλαξε δραματικά μετά τη μάχη της Βιάζμα, όπου βρέθηκε εγκλωβισμένη πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Μετά από μήνες περιπλάνησης και εξαθλίωσης, πήρε την απόφαση που θα τη στοίχειωνε για πάντα: αντί να ενταχθεί στους παρτιζάνους, επέλεξε να συνεργαστεί με τους Ναζί στην περιοχή του Λόκοτ, αναζητώντας ασφάλεια και τροφή.
Στο Λόκοτ, ένα γερμανικό προτεκτοράτο που διοικούνταν από Ρώσους δωσίλογους, η Μακάροβα έλαβε τον ρόλο της επίσημης εκτελέστριας. Χρησιμοποιώντας ένα πολυβόλο Maxim, εκτελούσε καθημερινά ομάδες κρατουμένων, ανάμεσα στους οποίους ήταν σοβιετικοί παρτιζάνοι, πολίτες, γυναίκες και παιδιά. Για κάθε εκτέλεση λάμβανε αμοιβή 30 μάρκων, ενώ συχνά αφαιρούσε τα ρούχα και τα τιμαλφή των θυμάτων της. Παρά το αρχικό σοκ, σύντομα έγινε επαγγελματίας και απόλυτα ψυχρή, υποστηρίζοντας αργότερα ότι οι άνθρωποι που σκότωνε ήταν γι' αυτήν απλώς αριθμοί. Εκτιμάται ότι αφαίρεσε τη ζωή σε περίπου 1.500 ανθρώπους, αποκτώντας το τρομακτικό προσωνύμιο «Τόνκα η πολυβολήτρια».
Το πιο απίστευτο μέρος της ιστορίας της ξεκινά μετά τον πόλεμο. Η Μακάροβα κατάφερε να εξαφανίσει τα ίχνη της, αλλάζοντας το επίθετό της σε Γκίνσμπουργκ μετά τον γάμο της με έναν Εβραίο βετεράνο του Κόκκινου Στρατού, του οποίου η οικογένεια είχε εξοντωθεί από τους Ναζί. Για τρεις δεκαετίες έζησε μια υποδειγματική ζωή ως σεβαστή πολίτης, σύζυγος και μητέρα δύο παιδιών, εργαζόμενη και πάλι ως νοσοκόμα. Μάλιστα, προσκαλούνταν συχνά σε σχολεία για να μιλήσει για την «ηρωική» της δράση στον πόλεμο, κρύβοντας επιμελώς το γεγονός ότι υπήρξε μια από τις πιο παραγωγικές εκτελέστριες των κατακτητών.
Η αποκάλυψη ήρθε τυχαία το 1976, όταν ένας αδελφός της κατέθεσε αίτηση για βίζα και ανέφερε το πατρικό της όνομα, το οποίο βρισκόταν ακόμα στις λίστες καταζητούμενων της KGB. Μετά από μια προσεκτική έρευνα ενός έτους και την αναγνώρισή της από επιζώντες μάρτυρες, η Μακάροβα συνελήφθη το 1978. Κατά τη διάρκεια της δίκης της δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας, θεωρώντας ότι οι πράξεις της ήταν αναγκαίες για την επιβίωσή της. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 1979, αποτελώντας μία από τις ελάχιστες γυναίκες στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης που αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα για εγκλήματα πολέμου.