Η Πάτρα του 1966, μια πόλη που ακροβατούσε ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες και την επερχόμενη κοινωνική αλλαγή, έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο σοκαριστικές εγκληματικές ιστορίες της σύγχρονης Ελλάδας. Στο επίκεντρο βρισκόταν η 24χρονη Μιχαλίτσα Γιαννοπούλου, γνωστή ως Λίτσα, μια γυναίκα με σκληρό παρελθόν που εργαζόταν ως μοδίστρα. Η Γιαννοπούλου διατηρούσε έναν μακροχρόνιο εξωσυζυγικό δεσμό με τον Βασίλη Πατρινό, έναν παντρεμένο άνδρα και πατέρα δύο παιδιών. Η σχέση τους, αν και κρυφή από την κοινωνία, ήταν βαθιά και τοξική, με τη Γιαννοπούλου να έχει ενσωματωθεί στη ζωή της οικογένειάς του σε τέτοιο βαθμό που τα παιδιά τον αποκαλούσαν «θείτσα».
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν ο Πατρινός αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση τους για να επιστρέψει στη νόμιμη σύζυγό του. Για τη Γιαννοπούλου, η οποία είχε ήδη δείξει δείγματα της εκδικητικής της φύσης στο παρελθόν επιτιθέμενη σε πρώην εραστή της με βιτριόλι, η απόρριψη ήταν μια ανυπόφορη προσβολή. Η οργή της κλιμακώθηκε τη νύχτα πριν από την ονομαστική γιορτή της πεντάχρονης κόρης του Πατρινού, της Κετούλας. Η επιλογή της ημέρας δεν ήταν τυχαία, καθώς η Γιαννοπούλου σχεδίαζε να μετατρέψει τη γιορτή της Αγίας Αικατερίνης σε αιώνιο θρήνο για τον άνθρωπο που τόλμησε να την εγκαταλείψει.
Το πρωί της 25ης Νοεμβρίου, η Γιαννοπούλου προσέγγισε τα παιδιά του Πατρινού με το προσωπευείο της στοργικής «θείας» και παρέσυρε τη μικρή Κετούλα στο Αλσύλλιο της Πάτρας με την υπόσχεση για γλυκά. Εκεί, σε ένα απόμερο σημείο, εκτυλίχθηκε η τραγωδία. Αφού ρώτησε το παιδί αν την αγαπά, η Γιαννοπούλου την έσπρωξε σε μια λακούβα και την στραγγάλισε με τα ίδια της τα χέρια, αγνοώντας τις εκκλήσεις του κοριτσιού. Η ψυχραιμία της μετά την πράξη ήταν παγερή, καθώς κάλυψε τη σορό και αργότερα ομολόγησε το έγκλημα στις αρχές με κυνικότητα, δηλώνοντας ότι προτίμησε να σκοτώσει το παιδί για να κάνει τον πατέρα να πονέσει περισσότερο.
Η δίκη που ακολούθησε το 1967 διεξήχθη σε κλίμα ακραίας έντασης, με το πλήθος να ζητά λιντσάρισμα και την επιβολή της θανατικής ποινής. Παρά τις προσπάθειες της Γιαννοπούλου να επικαλεστεί αμνησία, οι ψυχίατροι έκριναν ότι είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών της. Η καταδίκη της σε ισόβια κάθειρξη σφράγισε μια υπόθεση που λειτούργησε ως καθρέφτης των κοινωνικών δομών της εποχής, αναδεικνύοντας τις πατριαρχικές αντιλήψεις και τη δαιμονοποίηση της «άλλης γυναίκας». Η ιστορία της «Λέαινας» της Πάτρας παραμένει μέχρι σήμερα μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς το μίσος και η επιθυμία για εκδίκηση μπορούν να οδηγήσουν στην απόλυτη φρίκη, καταστρέφοντας την αθωότητα και συγκλονίζοντας μια ολόκληρη πόλη.