Η ιστορία ξεκινά με ένα σκηνικό που θυμίζει κινηματογραφική ταινία δράσης, αλλά κατέληξε σε μια ανείπωτη οικογενειακή τραγωδία. Σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας, ένας δράστης κατάφερε να εισβάλει και να διαπράξει ένα τριπλό φονικό με τρομακτική ταχύτητα, διαφεύγοντας από την πόρτα υπηρεσίας λίγο πριν φτάσουν οι αρχές. Όταν οι αστυνομικοί κατάφεραν τελικά να παραβιάσουν την πόρτα, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα μακάβριο θέαμα: τρία πτώματα, μια λίμνη αίματος και μια κατεστραμμένη οικογένεια.
Τα θύματα ήταν η 48χρονη Βασιλική, ο 20χρονος γιος της Απόστολος και η συνομήλικη φίλη του, Ελευθερία. Το έγκλημα αυτό δεν ήταν μια τυχαία ληστεία, αλλά η κορύφωση μιας απαγορευμένης ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε δύο φοιτητές, η οποία προσέκρουσε στις σκληρές κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής περί ηθικής και οικογενειακής τιμής.
Ένας Απαγορευμένος Έρωτας και μια Μοιραία Επιστολή
Ο Απόστολος και η Ελευθερία ήταν συμφοιτήτες που διατηρούσαν δεσμό, παρά τις αντιρρήσεις και των δύο οικογενειών. Ο πατέρας του Απόστολου τον πίεζε να αφοσιωθεί στις σπουδές του, ενώ ο πατέρας της Ελευθερίας ζητούσε επίμονα την «αποκατάσταση» της κόρης του μέσω γάμου. Η κατάσταση περιπλάκηκε όταν ο Απόστολος, θέλοντας να χωρίσει, ανάγκασε την Ελευθερία να υπογράψει μια επιστολή στην οποία ομολογούσε «παραστρατήματα» και δήλωνε ότι εκείνος δεν έφερε ευθύνη για την απώλεια της αγνότητάς της.
Αυτή η επιστολή έμελλε να γίνει το θρυαλλίδα της τραγωδίας. Όταν ο πατέρας του Απόστολου, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τον γάμο, έδειξε το επίμαχο γράμμα στον πατέρα της κοπέλας, η οργή ξεχείλισε. Το ίδιο βράδυ ξέσπασε άγριος καυγάς στο σπίτι της Ελευθερίας. Το επόμενο πρωί, η κοπέλα έτρεξε να προειδοποιήσει τον αγαπημένο της, αλλά την ακολούθησε ο αδελφός της, Ναπολέων, ο οποίος αποφασισμένος να «καθαρίσει» την τιμή της οικογένειάς του, μετέτρεψε το σπίτι σε σφαγείο.
Η Δίκη, η Τζένη Καρέζη και η Κοινή Γνώμη
Η δίκη που ακολούθησε τον Ιούλιο του 1960 στο Κακουργιοδικείο Αθηνών αποτέλεσε το κορυφαίο κοσμικό και κοινωνικό γεγονός της χρονιάς. Η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη, ενώ ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν και η μεγάλη ηθοποιός Τζένη Καρέζη, η οποία παρακολουθούσε τη διαδικασία με ενδιαφέρον. Το κλίμα ήταν υπέρ του κατηγορούμενου, καθώς η έννοια του «εγκλήματος τιμής» ήταν ακόμη βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία.
Χαρακτηριστική ήταν η κατάθεση του δημάρχου του τόπου καταγωγής των κατηγορουμένων, ο οποίος δήλωσε προκλητικά πως σε περίπτωση απαλλαγής, οι δράστες θα τύγχαναν «τιμητικής υποδοχής» στο χωριό τους. Η κοινωνία της εποχής έβλεπε τον Ναπολέοντα όχι ως έναν στυγερό δολοφόνο τριών ανθρώπων, αλλά ως έναν προσβεβλημένο αδελφό που έπραξε το καθήκον του απέναντι στις παραδόσεις.
Η Ετυμηγορία και το Χειροκρότημα του Πλήθους
Μετά από δώδεκα ημέρες έντονης ακροαματικής διαδικασίας, οι ένορκοι εξέδωσαν την απόφασή τους. Ο Ναπολέων κρίθηκε ένοχος, αλλά του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά, όπως ο πρότερος έντιμος βίος και το γεγονός ότι δεν κινήθηκε από ταπεινά ελατήρια. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 25 ετών, ενώ ο πατέρας του, που κατηγορούνταν για ηθική αυτουργία, αθωώθηκε πανηγυρικά.
Το πιο σοκαριστικό στοιχείο της υπόθεσης, ωστόσο, καταγράφηκε έξω από το δικαστήριο. Καθώς ο Ναπολέων οδηγούνταν στις φυλακές, το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στον δρόμο ξέσπασε σε χειροκροτήματα, θεωρώντας τον σχεδόν ήρωα. Αυτή η αντίδραση παραμένει μέχρι σήμερα μια σκοτεινή υπενθύμιση μιας εποχής όπου η «τιμή» θεωρούνταν πολυτιμότερη από την ίδια την ανθρώπινη ζωή.