Στις 7 Οκτωβρίου 1983, η ελληνική κοινωνία παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα το τέλος μιας από τις πιο εφιαλτικές υποθέσεις εγκλήματος στην Αττική. Η αστυνομία, μετά από μια κινηματογραφική επιχείρηση με γυναίκες αστυνομικούς ως «δολώματα», συνέλαβε τον Σπύρο Μπέσκο. Ο 37χρονος φυσικοθεραπευτής, ένας φαινομενικά άψογος οικογενειάρχης και επαγγελματίας, ήταν ο άνθρωπος πίσω από το προσωνύμιο «δράκος με το σκοινί», ο οποίος είχε διαπράξει δύο στυγερές δολοφονίες και δεκάδες βιασμούς.
Ο τρόπος δράσης του ήταν μεθοδικός και αρρωστημένος. Ο Μπέσκος «χτυπούσε» κυρίως τα Σαββατοκύριακα, χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητό του, ένα μπλε Autobianchi, για να προσεγγίζει τα θύματά του —συχνά ιερόδουλες— και να τις οδηγεί σε ερημικές τοποθεσίες. Εκεί, τις αναισθητοποιούσε σφίγγοντας το λαιμό τους με ένα σκοινί και τις κακοποιούσε ενώ ήταν αναίσθητες. Η αποκάλυψη της διπλής του ζωής προκάλεσε σοκ στους οικείους του, με τη σύζυγο και τον πατέρα του να αρνούνται για καιρό να πιστέψουν πως ο άνθρωπος που γνώριζαν ήταν ένας αδίστακτος δολοφόνος.
Τα Θύματα και οι Δολοφονίες που Συγκλόνισαν την Αθήνα
Η δράση του Μπέσκου σημαδεύτηκε από δύο τραγικούς θανάτους γυναικών που επιχείρησαν να αντισταθούν. Το πρώτο θύμα ήταν η 19χρονη Χρυσάνθη Μπατζίκα το 1981, η οποία πέθανε από ασφυξία όταν ο δράστης, στην προσπάθειά του να την αποσιωπήσει, τη φίμωσε με βίαιο τρόπο. Δύο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1983, η 20χρονη Χαρίκλεια Κολιοπούλου βρήκε παρόμοιο τραγικό θάνατο στο Καλαμάκι, όταν ο Μπέσκος τη στραγγάλισε με σκοινί και στη συνέχεια την εγκατέλειψε σε μια αλάνα, κρατώντας ως «τρόπαια» προσωπικά της αντικείμενα στο αυτοκίνητό του.
Η αστυνομία, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, έστησε μια ευρείας κλίμακας παγίδα σε γνωστές «πιάτσες» της εποχής. Η αστυνομικός Τζένη Ταμπάκη ήταν εκείνη που ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον δράστη, καταγράφοντας τον αριθμό κυκλοφορίας του οχήματός του. Παρά την αρχική του άρνηση, ο Μπέσκος λύγισε και ομολόγησε τις πράξεις του όταν ήρθε σε αντιπαράσταση με ένα από τα θύματά του που τον αναγνώρισε. Συνολικά, εκτός από τις δύο δολοφονίες, κατηγορήθηκε για άλλες 14 απόπειρες ανθρωποκτονίας και βιασμούς.
Η Καταδίκη, ο Σωφρονισμός και η Επιστροφή στην Κοινωνία
Στη δίκη που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1985, ο Μπέσκος τήρησε σιωπηλή στάση, δηλώνοντας απλώς πως «δεν έχει να πει τίποτα». Το δικαστήριο τον καταδίκασε δις εις θάνατο και σε 25 χρόνια κάθειρξη. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή, ο Μπέσκος επέδειξε υποδειγματική διαγωγή, ασχολούμενος με τη ζωγραφική και προσφέροντας φυσικοθεραπείες σε συγκρατούμενους του, γεγονός που οδήγησε πολλούς ειδικούς να χαρακτηρίσουν την περίπτωσή του ως ένα σπάνιο παράδειγμα σωφρονισμού.
Τελικά, τον Αύγουστο του 2008, μετά από 25 χρόνια εγκλεισμού, αποφυλακίστηκε. Ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων του και δήλωσε μετανιωμένος για τον πόνο που προκάλεσε. Σήμερα, έχοντας ξεκινήσει μια νέα ζωή, παραμένει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του ελληνικού αστυνομικού χρονικού, υπενθυμίζοντας τη σκοτεινή πλευρά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την εικόνα ενός «κανονικού» ανθρώπου.