Η υπόθεση της εξαφάνισης της δίχρονης Αννούλας Τριανταφυλλίδη αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και ανεξήγητα περιστατικά που έχουν συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία. Όλα ξεκίνησαν το πρωί της 19ης Αυγούστου 1981, στην ήσυχη παραλία Αγιά στο Σκουτάρι της Μάνης. Η μικρή Αννούλα έπαιζε στην αμμουδιά κάτω από τη διακριτική επίβλεψη της μητέρας της, η οποία την παρακολουθούσε από το παράθυρο του σπιτιού τους ενώ ετοίμαζε το μεσημεριανό φαγητό. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, όταν η μητέρα της έβγαλε το βλέμμα της από πάνω της για να σερβίρει, το παιδί εξαφανίστηκε από προσώπου γης, αφήνοντας πίσω του μόνο μια σιωπηλή παραλία και τη φίλη της να παίζει μόνη.
Ο συναγερμός σήμανε αμέσως, με τις καμπάνες του χωριού να χτυπούν και τους κατοίκους να κινητοποιούνται σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια εντοπισμού. Μαρτυρίες λουομένων ανέφεραν ότι είδαν το κοριτσάκι να περπατά ξυπόλητο προς την περιοχή όπου ήταν σταθμευμένα τροχόσπιτα παραθεριστών, κυρίως Γερμανών τουριστών. Μια μάρτυρας μάλιστα δήλωσε ότι πρόσφερε πορτοκαλάδα στο παιδί, το οποίο όμως αρνήθηκε και συνέχισε την πορεία του προς τα υπόλοιπα οχήματα. Παρά την άμεση κινητοποίηση των εθελοντών, η αστυνομία καθυστέρησε να επέμβει, τηρώντας το τότε πρωτόκολλο των 24 ωρών, γεγονός που προκάλεσε την έντονη απογοήτευση της οικογένειας, καθώς χάθηκε πολύτιμος χρόνος.
Οι έρευνες που ακολούθησαν ήταν εκτενείς, με τη συμμετοχή δυτών, εκπαιδευμένων σκυλιών και ομάδων που χτένισαν σπηλιές και δύσβατα σημεία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το εύρημα ιχνών από ρόδες αυτοκινήτου και παιδικών πατημασιών κοντά στα τροχόσπιτα ενίσχυσε τη θεωρία της αρπαγής. Οι φήμες για παράνομη υιοθεσία ή εμπορία ανθρώπων στο εξωτερικό άρχισαν να οργιάζουν, ειδικά μετά από μια μυστηριώδη επιστολή από τη Γερμανία που ισχυριζόταν ότι το παιδί εθεάθη στην αγκαλιά μιας ξανθιάς γυναίκας. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν οδήγησε ποτέ σε συγκεκριμένο ίχνος ή σύλληψη.
Η υπόθεση πήρε τεράστιες διαστάσεις στα μέσα ενημέρωσης της εποχής, με τους γονείς να εμφανίζονται επανειλημμένα στην τηλεόραση εκλιπαρώντας για μια πληροφορία. Ο πόνος της οικογένειας παρέμεινε ζωντανός για δεκαετίες, καθώς η Αννούλα δεν βρέθηκε ποτέ. Σήμερα, η εξαφάνιση αυτή παραμένει ένα «ανοιχτό τραύμα», μια υπενθύμιση των κενών στον τότε συντονισμό των αρχών αλλά και της διαρκούς ελπίδας μιας οικογένειας που δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά την αλήθεια. Το μυστήριο της Μάνης συνεχίζει να προκαλεί ερωτήματα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για επαγρύπνηση και άμεση αντίδραση σε περιστατικά εξαφάνισης ανηλίκων.