Η υπόθεση της δολοφονίας και του αποκεφαλισμού της 25χρονης δασκάλας Αδαμαντίας Κάρκαλη από τον σύζυγό της, Θανάση Αρβανίτη, τον Αύγουστο του 2008 στη Σαντορίνη, παραμένει μια από τις πιο ανατριχιαστικές στιγμές στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά. Το τραγικό συμβάν εκτυλίχθηκε στο χωριό Βουρβούλος, ξεκινώντας από έναν έντονο καυγά που γρήγορα μετατράπηκε σε λουτρό αίματος. Η φρίκη κορυφώθηκε όταν ο δράστης βγήκε στον δρόμο κρατώντας το κεφάλι της συζύγου του, προκαλώντας σοκ σε ντόπιους και τουρίστες που έγιναν μάρτυρες μιας σκηνής που έμοιαζε βγαλμένη από ταινία τρόμου.
Η πορεία του Θανάση Αρβανίτη προς το έγκλημα ήταν σημαδεμένη από σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα που είχαν εκδηλωθεί χρόνια πριν. Ήδη από την ηλικία των 21 ετών, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, εμφάνισε παραισθήσεις και κρίσεις πανικού, με αποτέλεσμα να λάβει απολυτήριο Ι5. Παρά τις προσπάθειες των γονιών του και τη φαρμακευτική αγωγή που ακολούθησε για ένα διάστημα, ο ίδιος δεν επανήλθε ποτέ πλήρως, αναφέροντας συχνά ότι άκουγε φωνές ή ότι τον καταδίωκαν. Η γνωριμία του με την Αδαμαντία στη Θεσσαλονίκη φάνηκε αρχικά να του προσφέρει μια σταθερότητα, όμως η ψυχική του υγεία παρέμενε μια ωρολογιακή βόμβα.
Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του ζευγαριού στη Σαντορίνη. Η Αδαμαντία, μια νέα γυναίκα γεμάτη όνειρα που εργαζόταν ως δασκάλα, είχε αρχίσει να εκμυστηρεύεται σε φίλες της την ανησυχία της για την ολοένα και πιο απρόβλεπτη συμπεριφορά του Θανάση. Σημεία καμπής αποτέλεσαν η παραίτησή του από τη δουλειά του μετά από έναν καυγά, καθώς και ο θάνατος του σκύλου της Αδαμαντίας, για τον οποίο υπήρχαν υποψίες ότι ευθυνόταν ο ίδιος. Παρά την επίσκεψή τους στο κέντρο υγείας μία ημέρα πριν το φονικό, όπου του χορηγήθηκαν ηρεμιστικά, η παρέμβαση δεν ήταν επαρκής για να αποτρέψει το μοιραίο.
Στο δικαστήριο, η ψυχική κατάσταση του δράστη βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας. Οι ψυχίατροι κατέθεσαν ότι ο Αρβανίτης έπασχε από σοβαρή ψυχική διαταραχή, πιθανότατα σχιζοφρένεια, και ζούσε σε έναν κόσμο παράνοιας όπου πίστευε ότι σκοτώνοντας τη σύζυγό του θα τη «έσωζε». Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, αναγνωρίζοντας τη βαρύτητα της πράξης του αλλά και το υπόβαθρο της ασθένειάς του. Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια οδυνηρή υπενθύμιση για τη σημασία της ψυχικής υγείας και την ανάγκη για έγκαιρη κοινωνική και ιατρική παρέμβαση, υπογραμμίζοντας ότι η αγάπη από μόνη της δεν αρκεί πάντα για να νικήσει το σκοτάδι μιας βαθιάς ψυχικής διαταραχής.