Ο Μαύρος Θάνατος, η πανδημία της βουβωνικής πανώλης που σάρωσε την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη κατά τον 14ο αιώνα, παραμένει η φονικότερη ασθένεια στην καταγεγραμμένη ιστορία. Υπολογίζεται ότι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια χάθηκαν μεταξύ 100 και 150 εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια εποχή που ο παγκόσμιος πληθυσμός άγγιζε μόλις τα 350 εκατομμύρια. Η ασθένεια, που προκαλείται από το βακτήριο Yersinia pestis, εξαπλώθηκε ταχύτατα μέσω των εμπορικών δρόμων του μεταξιού και των εμπορικών πλοίων, μεταφερόμενη από μολυσμένους ψύλλους που ζούσαν πάνω σε αρουραίους.
Τα συμπτώματα της νόσου ήταν εφιαλτικά, με τα θύματα να εμφανίζουν πυρετό, ρίγη και χαρακτηριστικούς μαύρους βουβώνες στους λεμφαδένες, οι οποίοι γέμιζαν με αίμα και πύον πριν σπάσουν. Εκτός από τη βουβωνική μορφή, αναπτύχθηκε η πνευμονική πανώλη που μεταδιδόταν μέσω σταγονιδίων από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς και η σηψαιμική μορφή που μόλυνε άμεσα το αίμα. Η έλλειψη γνώσης για τη μετάδοση των μικροβίων και οι ανθυγιεινές συνθήκες στις πόλεις, όπου τα απόβλητα πετιούνταν στους δρόμους, δημιούργησαν το ιδανικό περιβάλλον για την εξάπλωση της πανδημίας.
Η πρώτη καταγεγραμμένη εμφάνιση στην Ευρώπη συνδέεται με την πολιορκία της Κάφας στην Κριμαία το 1346, όπου αναφέρεται ότι οι Μογγόλοι εκτόξευαν μολυσμένα πτώματα πάνω από τα τείχη της πόλης. Οι Γενοβέζοι έμποροι που διέφυγαν με πλοία μετέφεραν άθελά τους τη νόσο στην Κωνσταντινούπολη, τη Σικελία και τη βόρεια Ευρώπη. Η ταχύτητα εξάπλωσης ήταν συγκλονιστική, καθώς μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο το μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου είχε πληγεί. Οι ιατρικές πρακτικές της εποχής, όπως η αφαίμαξη, όχι μόνο δεν βοηθούσαν, αλλά συχνά επιδείνωναν την κατάσταση διασπείροντας μολυσμένα υγρά.
Οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του Μαύρου Θανάτου ήταν βαθιές και μακροχρόνιες. Η δραματική μείωση του πληθυσμού οδήγησε σε έλλειψη εργατικών χεριών, επιτρέποντας στους επιζώντες να διεκδικήσουν καλύτερους μισθούς και βελτιωμένες συνθήκες ζωής, σηματοδοτώντας σε πολλές περιοχές το τέλος της δουλοπαροικίας. Παράλληλα, η ασθένεια άφησε πίσω της ένα έντονο αίσθημα ενοχής στους επιζώντες, οδηγώντας σε ακραίες θρησκευτικές αντιδράσεις, ενώ η ιατρική επιστήμη άρχισε σταδιακά να αναγνωρίζει τη σημασία των χειρουργικών επεμβάσεων και της πρόληψης. Παρόλο που η πανώλη εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα σε περιορισμένο βαθμό, η πρόοδος στα αντιβιοτικά και τα εμβόλια διασφαλίζει ότι η ανθρωπότητα δεν θα βιώσει ποτέ ξανά μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους.