Το πρωινό της 31ης Αυγούστου 1997, η ανθρωπότητα ξύπνησε με μια είδηση που θα άλλαζε για πάντα την αντίληψή μας για τη μοναρχία και τη διασημότητα. Η Πριγκίπισσα Νταϊάνα, η "Πριγκίπισσα του Λαού", άφησε την τελευταία της πνοή στο Παρίσι μετά από ένα σφοδρό τροχαίο δυστύχημα στη σήραγγα Ποντ ντε λ' Αλμά. Η απώλειά της προκάλεσε ένα πρωτοφανές κύμα παγκόσμιας θλίψης, με εκατομμύρια ανθρώπους να κατακλύζουν τους δρόμους του Λονδίνου και δισεκατομμύρια άλλους να παρακολουθούν την κηδεία της από τις οθόνες τους, τιμώντας μια γυναίκα που είχε γίνει παγκόσμιο είδωλο μέσα από το φιλανθρωπικό της έργο και την προσωπική της ακτινοβολία.
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα έγιναν αμέσως αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης και πλήθους θεωριών συνωμοσίας. Η Νταϊάνα βρισκόταν σε μια νέα φάση της ζωής της, μακριά από τους περιορισμούς του παλατιού, απολαμβάνοντας τις διακοπές της με τον Ντόντι Αλ Φαγέντ. Ωστόσο, η παρουσία της συνοδευόταν από ένα ανελέητο κυνηγητό των παπαράτσι, οι οποίοι την ακολουθούσαν σε κάθε της βήμα, από τη Γαλλική Ριβιέρα μέχρι τους δρόμους του Παρισιού. Αυτή η διαρκής πίεση από τους φωτογράφους θεωρήθηκε από πολλούς ως ο καταλύτης που οδήγησε στην μοιραία καταδίωξη εκείνο το βράδυ.
Οι επίσημες έρευνες, τόσο οι γαλλικές όσο και η βρετανική "Επιχείρηση Πάτζετ", κατέληξαν σε ξεκάθαρα συμπεράσματα που αποδομούν τις περισσότερες θεωρίες συνωμοσίας. Ο οδηγός της μοιραίας Mercedes, Ανρί Πολ, βρέθηκε να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από τους μοτοσικλετιστές φωτογράφους. Το γεγονός ότι κανένας από τους επιβάτες δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, εκτός ίσως από τον σωματοφύλακα που επιβίωσε, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη θανατηφόρα έκβαση της σύγκρουσης.
Παρά τις έντονες προσπάθειες του Μοχάμεντ Αλ Φαγέντ να αποδείξει ότι επρόκειτο για δολοφονία σχεδιασμένη από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, καμία έρευνα δεν βρήκε στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Η ιστορία της Νταϊάνα παραμένει μια θλιβερή υπενθύμιση των κινδύνων που κρύβει η παθολογική εμμονή με τη διασημότητα και οι τραγικές συμπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε μια εθνική τραγωδία. Η κληρονομιά της συνεχίζει να ζει μέσα από τους γιους της και το έργο της, ενώ το όνομά της παραμένει συνώνυμο της συμπόνιας και της αλλαγής στη σύγχρονη ιστορία.