Η εξαφάνιση του Βαγγέλη και της Ανθής Δροσάκη αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και δυσεξήγητα μυστήρια στην ιστορία της ελληνικής εγκληματολογίας, παραμένοντας ανεξιχνίαστο εδώ και τρεις δεκαετίες. Το ζευγάρι εξαφανίστηκε ένα βράδυ με έντονη κακοκαιρία, όταν αποφάσισε να βγει για δείπνο στον Πειραιά, μια συνήθεια που ακολουθούσαν συχνά για να χαλαρώσουν. Μαζί τους εξαφανίστηκε και το αυτοκίνητό τους, ένα Opel Corsa, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, σαν να «εξαερώθηκαν» μέσα στη νύχτα. Η υπόθεση αυτή έχει στοιχειώσει την κοινή γνώμη, καθώς η πλήρης απουσία στοιχείων, πτωμάτων ή του οχήματος δημιουργεί μια αίσθηση απόλυτου μυστηρίου.
Οι αρχικές έρευνες επικεντρώθηκαν στο σενάριο του ατυχήματος, με την υπόνοια ότι το αυτοκίνητο μπορεί να έπεσε στον Κηφισό, ο οποίος είχε φουσκώσει λόγω της σφοδρής βροχόπτωσης εκείνης της βραδιάς. Παρά τις εξονυχιστικές αναζητήσεις στον ποταμό και τις γύρω περιοχές, δεν βρέθηκε καμία ένδειξη πρόσκρουσης ή κάποιο κομμάτι του οχήματος. Η έλλειψη ευρημάτων αποδυνάμωσε τη θεωρία του ατυχήματος, καθώς ένα αυτοκίνητο δεν μπορεί να εξαφανιστεί τόσο εύκολα, ακόμη και σε συνθήκες έντονων καιρικών φαινομένων, χωρίς να αφήσει έστω μια μικρή μαρτυρία της πορείας του.
Παράλληλα, εξετάστηκε το ενδεχόμενο της οικειοθελούς εξαφάνισης, ωστόσο η θεωρία αυτή απορρίφθηκε γρήγορα από τις αρχές και το περιβάλλον του ζευγαριού. Ο Βαγγέλης και η Ανθή ήταν οικονομικά ευκατάστατοι, είχαν άριστες κοινωνικές σχέσεις και δεν υπήρχε καμία ένδειξη προσωπικής ή επαγγελματικής κρίσης που θα τους ωθούσε να εγκαταλείψουν τα πάντα και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στην αφάνεια. Η απουσία οποιουδήποτε λόγου φυγής ενίσχυσε την πεποίθηση ότι πίσω από την εξαφάνισή τους κρύβεται κάτι πολύ πιο σκοτεινό και βίαιο.
Η επικρατέστερη και πιο ανατριχιαστική θεωρία αφορά την εγκληματική ενέργεια, με πολλούς ερευνητές να πιθανολογούν ότι το ζευγάρι βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Ίσως έγιναν μάρτυρες μιας παράνομης συναλλαγής ή ενός εγκλήματος σε κάποια ερημική περιοχή όπου κατέληξαν λόγω της κακοκαιρίας, με αποτέλεσμα οι δράστες να αποφασίσουν την οριστική τους «σιωπή». Η απόλυτη επιτυχία στην εξαφάνιση δύο ανθρώπων και ενός οχήματος υποδηλώνει μια εξαιρετικά καλά οργανωμένη επιχείρηση, πιθανώς από κάποια εγκληματική οργάνωση που είχε τα μέσα και την ψυχραιμία να εξαφανίσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο.
Ένα κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης παραμένουν οι μάρτυρες που εμφανίστηκαν και στη συνέχεια απέσυραν ή άλλαξαν τις καταθέσεις τους. Υπήρξαν αναφορές για τον εντοπισμό του αυτοκινήτου στην περιοχή του Ωρωπού, οι οποίες όμως αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως λάθος από τους ίδιους τους μάρτυρες. Αυτές οι αντιφάσεις και οι υπαναχωρήσεις γεννούν ερωτήματα για το αν υπήρξαν πιέσεις ή φόβος που εμπόδισαν την αλήθεια να λάμψει. Τριάντα χρόνια μετά, η ελπίδα για λύτρωση παραμένει ζωντανή, με την προσδοκία ότι κάποιος που γνωρίζει την αλήθεια θα μιλήσει επιτέλους, κλείνοντας αυτή τη σκοτεινή σελίδα.