Η πριγκίπισσα Νταϊάνα παραμένει στη συλλογική μνήμη ως η «πριγκίπισσα του λαού», μια γυναίκα που έφερε την ανθρωπιά και τη ζεστασιά στα παγωμένα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Ωστόσο, η πραγματική της ιστορία δεν ξεκινά το 1961, αλλά αιώνες νωρίτερα, στις αίθουσες των μεσαιωνικών κάστρων και στα αιματοβαμμένα πεδία των μαχών της Αγγλίας. Η οικογένεια Spencer κατέχει μια από τις πιο παλιές και ευγενείς καταγωγές στη Βρετανία, με ρίζες που φτάνουν βαθύτερα στην αγγλική ιστορία ακόμα και από εκείνες του οίκου των Windsor, οι οποίοι έχουν γερμανική προέλευση. Όταν η Νταϊάνα παντρεύτηκε τον Κάρολο, δεν ήταν μια κοινή θνητή που εισήλθε στη βασιλική οικογένεια, αλλά μια γυναίκα της οποίας το «γαλάζιο αίμα» έρεε με αρχαιότερη ορμή στις φλέβες της.
Η άνοδος των Spencer εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τυδώρ, μέσα από το εμπόριο μαλλιού και τη στρατηγική απόκτηση γαιών από μοναστήρια που διαλύθηκαν κατά την αγγλική μεταρρύθμιση. Αυτή η γειτνίαση με την εξουσία όμως είχε πάντα ένα βαρύ τίμημα. Η ιστορία της οικογένειας είναι γεμάτη με πρόσωπα που συμμετείχαν σε επικίνδυνες πολιτικές συνωμοσίες και πλήρωσαν τις φιλοδοξίες τους με τη ζωή τους. Μέσα από πολλαπλές γενεαλογικές γραμμές, η Νταϊάνα καταγόταν απευθείας από μεσαιωνικούς βασιλιάδες, όπως ο Κάρολος Β' και ο Ερρίκος Ζ', γεγονός που την καθιστούσε μακρινή ξαδέρφη του Καρόλου, μια πρακτική ενδογαμίας που ήταν ο κανόνας στην ευρωπαϊκή αριστοκρατία για αιώνες.
Αυτή η συνεχής ενδογαμία όμως έφερε μαζί της μια σκοτεινή κληρονομιά γενετικών ασθενειών και ψυχικής αστάθειας. Ιστορικά αρχεία δείχνουν ότι μέλη της οικογένειας Spencer υπέφεραν συχνά από κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές, παθήσεις που τότε περιγράφονταν ως «μελαγχολία». Η ίδια η Νταϊάνα πάλεψε δημόσια με τη βουλημία και την κατάθλιψη, συνεχίζοντας άθελά της ένα μοτίβο που είχε ήδη καταγραφεί σε προηγούμενες γενιές. Επιπλέον, η καταγωγή της τη συνέδεε με τραγικές μορφές όπως η Μαρία Αντουανέτα, δημιουργώντας ανατριχιαστικούς παραλληλισμούς μεταξύ δύο γυναικών που έζησαν σε χρυσά κλουβιά και πέθαναν πρόωρα, συγκλονίζοντας τον κόσμο.
Το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε η Νταϊάνα ήταν ήδη φορτισμένο από αυτές τις ιστορικές τραγωδίες. Το βάναυσο διαζύγιο των γονιών της και η πίεση για την απόκτηση ενός άρρενα κληρονόμου δημιούργησαν μια αίσθηση απόρριψης και ανεπάρκειας στην ίδια. Ως η τρίτη κόρη στη σειρά, η Νταϊάνα ένιωθε το βάρος των προσδοκιών που δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει απλώς με τη γέννησή της. Αυτή η δυσλειτουργική δυναμική, σε συνδυασμό με την απομόνωση που ένιωσε αργότερα στον γάμο της με τον Κάρολο, αναπαρήγαγε τα ίδια μοτίβα που μάστιζαν την οικογένεια Spencer για γενιές: γάμοι χωρίς αγάπη, συναισθηματική απόσταση και η θυσία της ατομικής ευτυχίας στον βωμό της δυναστικής συνέχειας.
Παρά τη σκοτεινή αυτή κληρονομιά, η Νταϊάνα κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο της σε δύναμη και ενσυναίσθηση. Χρησιμοποίησε την παγκόσμια πλατφόρμα της για να σπάσει τα ταμπού γύρω από την ψυχική υγεία και να βοηθήσει τους περιθωριοποιημένους. Η επιλογή του γιου της, Χάρι, να απομακρυνθεί από τα βασιλικά καθήκοντα θεωρείται από πολλούς ως η τελική προσπάθεια ρήξης με αυτά τα προγονικά μοτίβα τραύματος. Η ιστορία της Νταϊάνα δεν είναι απλώς η ιστορία μιας πριγκίπισσας, αλλά η ιστορία μιας γυναίκας που πάλεψε να βρει την ελευθερία της μέσα σε μια φυλακή χτισμένη από αιώνες προσδοκιών και παραδόσεων, αφήνοντας μια κληρονομιά που συνεχίζει να προκαλεί και να εμπνέει.