Η ιστορία της πόλης Φότσα στη Βοσνία αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς από το 1992 έως το 1995 έγινε το σκηνικό θηριωδιών που ξεπέρασαν κάθε ανθρώπινη φαντασία. Με την κατάρρευση της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη βυθίστηκε σε μια σφοδρή εθνοτική σύγκρουση, με τις δυνάμεις των Βοσνιοσέρβων να ξεκινούν μια επιθετική εκστρατεία εθνοκάθαρσης. Η Φότσα, λόγω της στρατηγικής της θέσης και της σύνθεσης του πληθυσμού της, στοχοποιήθηκε άμεσα, με αποτέλεσμα τον θάνατο εκατοντάδων αμάχων και την καταστροφή σχεδόν όλων των μουσουλμανικών μνημείων της πόλης.
Αυτό που έκανε τη Φότσα σύμβολο απόλυτης φρίκης ήταν η δημιουργία στρατοπέδων που λειτούργησαν αποκλειστικά για την κακοποίηση γυναικών. Οι δυνάμεις των Σέρβων μετέτρεψαν σχολεία, αθλητικά κέντρα και ιδιωτικά διαμερίσματα σε φυλακές όπου εκατοντάδες γυναίκες και κορίτσια, ακόμη και ανήλικα, κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες. Σε χώρους όπως το αθλητικό κέντρο Παρτιζάν και το γυμνάσιο της πόλης, οι κρατούμενες υπέστησαν συστηματικούς και μαζικούς βιασμούς από στρατιώτες, αστυνομικούς και τοπικές παραστρατιωτικές ομάδες. Οι μαρτυρίες των επιζωσών περιγράφουν μια εφιαλτική πραγματικότητα χωρίς ηλεκτρικό, νερό ή τροφή, όπου η βία ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Η στρατηγική αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελούσε μέρος ενός οργανωμένου σχεδίου για τον εξευτελισμό και την καταστροφή της μουσουλμανικής κοινότητας. Ο βιασμός χρησιμοποιήθηκε ως όπλο πολέμου για να προκαλέσει ανεπανόρθωτο ψυχολογικό τραύμα στις γυναίκες και τις οικογένειές τους, καθιστώντας αδύνατη την επιστροφή τους στην πόλη. Πολλοί από τους θύτες ήταν γνωστοί των θυμάτων τους, άνθρωποι που πριν τον πόλεμο ζούσαν δίπλα-δίπλα. Η σκληρότητα έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε πολλές γυναίκες κρατούνταν μέχρι να προχωρήσει η εγκυμοσύνη τους σε βαθμό που να μην είναι εφικτή η έκτρωση, αναγκάζοντάς τες να γεννήσουν τα παιδιά των βιαστών τους.
Οι θηριωδίες της Φότσα οδήγησαν σε μια ιστορική αλλαγή στο διεθνές δίκαιο. Για πρώτη φορά στην ιστορία, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία αναγνώρισε τον μαζικό βιασμό ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Οι δίκες που ξεκίνησαν το 2000 έφεραν στο φως ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, οδηγώντας στην καταδίκη ορισμένων από τους βασικούς πρωταγωνιστές, όπως ο Ντραγκολιούμπ Κουνάρατς. Παρόλο που ορισμένοι υπεύθυνοι τιμωρήθηκαν, η πλειονότητα όσων συμμετείχαν στα στρατόπεδα δεν αντιμετώπισε ποτέ τη δικαιοσύνη. Σήμερα, οι ουλές στην πόλη και τους ανθρώπους της παραμένουν βαθιές, καθώς οι προσπάθειες για τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων συναντούν συχνά την αντίσταση των εθνικιστών, θυμίζοντας ότι ο δρόμος προς τη συμφιλίωση είναι ακόμα μακρύς.