Η άνοδος των Μπολσεβίκων στην εξουσία το 1917 σηματοδότησε την έναρξη μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες και αιματηρές περιόδους του 20ού αιώνα. Ως επαναστάτες μαρξιστές, στόχος τους ήταν η ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος και η δημιουργία μιας κοινωνίας βασισμένης στη συλλογική ιδιοκτησία και την ισότητα των εργατών. Ωστόσο, πίσω από το όραμα της ουτοπίας, η πραγματικότητα της διακυβέρνησής τους σημαδεύτηκε από συστηματική βία, οικονομική κατάρρευση και την απώλεια εκατομμυρίων ανθρώπινων ζωών. Από τις πρώτες ληστείες για τη χρηματοδότηση του κόμματος έως την εγκαθίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης, η πορεία τους συνοδεύτηκε από σκληρές αποφάσεις που έθεταν την ιδεολογία πάνω από την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η περίοδος του Κόκκινου Τρόμου και ο Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος αποτέλεσαν την πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τον πληθυσμό, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να εκτελούνται ως εχθροί του κράτους. Η μυστική αστυνομία, η Τσεκά, κυνήγησε ανελέητα τσαρικούς αξιωματούχους, ιερείς, επιχειρηματίες και οποιονδήποτε θεωρούνταν αντεπαναστάτης. Η ηγεσία των Μπολσεβίκων πίστευε ακράδαντα ότι για να επιτύχει η επανάσταση, ορισμένα τμήματα του πληθυσμού έπρεπε απλώς να εξοντωθούν. Αυτή η νοοτροπία συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 1930 με την αναγκαστική κολεκτιβοποίηση της γης, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της τάξης των Κουλάκων και στον θάνατο εκατομμυρίων από την πείνα.
Η πιο τραγική πτυχή αυτής της πολιτικής ήταν το Γολοντομόρ στην Ουκρανία, ένας τεχνητός λιμός που προκλήθηκε από τις κρατικές κατασχέσεις σιτηρών και την καταστολή της αγροτικής αντίστασης. Υπολογίζεται ότι εκατομμύρια Ουκρανοί πέθαναν σε διάστημα μόλις δύο ετών, μια καταστροφή που σήμερα αναγνωρίζεται από πολλές χώρες ως γενοκτονία. Παράλληλα, το σύστημα των Γκουλάγκ, ένα εκτεταμένο δίκτυο στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας στη Σιβηρία και άλλες απομακρυσμένες περιοχές, έγινε σύμβολο του τρόμου. Εκεί, πολιτικοί κρατούμενοι και κοινοί εγκληματίες ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες, αντιμετωπίζοντας την πείνα, τις ασθένειες και την ακραία κακοποίηση.
Η κληρονομιά των Μπολσεβίκων παραμένει ένα μάθημα για τους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν μια απόλυτη ιδεολογία καταλαμβάνει την κρατική εξουσία. Παρά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991, τα τραύματα από τις μαζικές εκτοπίσεις, τις εκτελέσεις και τον κοινωνικό διχασμό παραμένουν ζωντανά στη συλλογική μνήμη. Η μελέτη αυτής της περιόδου δεν αφορά μόνο την καταγραφή ιστορικών γεγονότων, αλλά και την κατανόηση του πώς ο φανατισμός μπορεί να μετατρέψει το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο σε έναν εφιάλτη για εκείνους που υποτίθεται ότι θα προστάτευε.