Τον Ιούνιο του 1987, η Ελλάδα ζούσε στιγμές εθνικής ανάτασης μετά τον θρίαμβο του Ευρωμπάσκετ. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα στην Αθήνα ήταν αποπνικτική λόγω ενός πρόωρου καύσωνα και μιας παρατεταμένης απεργίας των υπαλλήλων καθαριότητας, που είχε μετατρέψει τους δρόμους σε απέραντες χωματερές. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, στις 25 Ιουνίου, ένας ρακοσυλλέκτης στα Κάτω Πατήσια ανακάλυψε έναν ανθρώπινο κορμό μέσα σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών. Η μακάβρια έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε συνολικά 11 δέματα με ανθρώπινα μέλη διασκορπισμένα στη γειτονιά, με το κεφάλι του θύματος να βρίσκεται τελευταίο, φέροντας φρικτές παραμορφώσεις από τον δράστη που προσπάθησε να σβήσει κάθε χαρακτηριστικό ταυτότητας.
Το θύμα ταυτοποιήθηκε ως η 18χρονη Ζωή Γαρμάνη, μια πανέμορφη κοπέλα που είχε παντρευτεί μόλις λίγους μήνες πριν τον 27χρονο φοιτητή της ΑΣΟΕ, Παναγιώτη Φραντζή. Το ζευγάρι ζούσε σε ένα διαμέρισμα της οδού Νεμέσεως, και ενώ εξωτερικά έμοιαζαν αγαπημένοι, η πραγματικότητα ήταν γεμάτη συγκρούσεις και παθολογική ζήλεια από την πλευρά του Φραντζή. Το μοιραίο βράδυ της 24ης Ιουνίου, μετά από έναν έντονο καυγά στην κρεβατοκάμαρά τους, ο Φραντζής στραγγάλισε τη νεαρή σύζυγό του. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από τις πιο αποτρόπαιες πράξεις στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά: ο δράστης μετέφερε το σώμα στην μπανιέρα και, χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι και ένα σφυρί, το τεμάχισε με ανατριχιαστική μεθοδικότητα για να μπορέσει να το εξαφανίσει.
Η αστυνομία κατάφερε να φτάσει γρήγορα στα ίχνη του χάρη σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί που βρέθηκε μέσα σε μία από τις σακούλες: μια απόδειξη από ένα τοπικό κρεοπωλείο. Η μαρτυρία του κρεοπώλη οδήγησε τις αρχές στον Φραντζή, ο οποίος τελικά παραδόθηκε και ομολόγησε το έγκλημά του με μια ψυχρότητα που πάγωσε το πανελλήνιο. Η δίκη που ακολούθησε το 1988 χαρακτηρίστηκε από ακραία φόρτιση, με τον τύπο της εποχής να δημοσιεύει σκληρές φωτογραφίες από το νεκροτομείο, προκαλώντας συλλογικό σοκ. Ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την ποινή του θανάτου, τονίζοντας ότι τέτοια αγριότητα δεν συναντάται ούτε στο ζωικό βασίλειο.
Ο Παναγιώτης Φραντζής καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, εκτίοντας τελικά 18 χρόνια στη φυλακή, όπου υπήρξε υποδειγματικός κρατούμενος, ολοκλήρωσε τις σπουδές του και ασχολήθηκε με τη μουσική. Μετά την αποφυλάκισή του το 2005, εγκαταστάθηκε στην επαρχία, όπου ξεκίνησε μια νέα ζωή και δημιούργησε οικογένεια, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η υπόθεση Φραντζή παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, μια υπενθύμιση ότι η απόλυτη φρίκη μπορεί μερικές φορές να κρύβεται πίσω από την πόρτα ενός συνηθισμένου διαμερίσματος σε μια ήσυχη γειτονιά της Αθήνας.