Η 21η Ιουνίου, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, έμελλε να γίνει η πιο σκοτεινή στιγμή για την οικογένεια της Ευαγγελίας Ιεροβασίλη στη νότια Ρόδο. Σε μια απομονωμένη μονοκατοικία έξω από το χωριό Γεννάδι, η 61χρονη γυναίκα, γνωστή στους φίλους της ως Άντζελα, βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στην κουζίνα του σπιτιού της. Το θέαμα που αντίκρισαν ο γαμπρός της και ένας συγγενής ήταν αποτρόπαιο, καθώς η Ευαγγελία κειτόταν μπρούμητα μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η ηρεμία του υπόλοιπου σπιτιού και η παρουσία μιας 90χρονης ηλικιωμένης με Αλτσχάιμερ στο διπλανό δωμάτιο, η οποία δεν είχε αντιληφθεί τίποτα, προσέδιδαν στο σκηνικό μια απόκοσμη χροιά.
Η αρχική έρευνα των αρχών έδειξε ότι ο δολοφόνος δεν ήταν ένας τυχαίος εισβολέας. Αν και το σπίτι παρουσίαζε μια εικόνα ανακατοσούρας που παρέπεμπε σε ληστεία, τα πολύτιμα αντικείμενα και τα κοσμήματα παρέμεναν στη θέση τους, υποδηλώνοντας ένα σκηνοθετημένο σκηνικό. Η πιο αποκαλυπτική λεπτομέρεια ήταν ο καφές που βρέθηκε στον πάγκο της κουζίνας. Η Ευαγγελία φαίνεται πως έφτιαχνε καφέ για κάποιον που εμπιστευόταν, κάποιον που την αιφνιδίασε και τη χτύπησε πισώπλατα με 14 μαχαιριές, χωρίς να της αφήσει κανένα περιθώριο αντίδρασης. Ο δράστης γνώριζε καλά το σπίτι και τις συνήθειες της οικογένειας, γεγονός που έστρεψε τις υποψίες στο στενό περιβάλλον.
Ο γιος της Ευαγγελίας, ο 24χρονος τότε Νικόλαος, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εξάρτησης, έγινε γρήγορα το κεντρικό πρόσωπο της έρευνας. Η απάθεια που έδειξε μετά τον θάνατο της μητέρας του και το γεγονός ότι δεν εμφανίστηκε στο σπίτι μόλις ενημερώθηκε, ενίσχυσαν τις υποψίες της αστυνομίας και των αδελφών του. Χρειάστηκαν δύο ολόκληρα χρόνια ερευνών και η παρέμβαση του τμήματος ανθρωποκτονιών της Αθήνας για να σπάσει η σιωπή. Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Νικόλαος ομολόγησε ότι εκείνη την ημέρα είχε πάει στο σπίτι με τη σύντροφό του, την Ειρήνη, και μετά από έναν έντονο καυγά για τη σχέση τους, την σκότωσε ενώ εκείνη του έφτιαχνε καφέ.
Η υπόθεση πήρε μια ακόμα πιο κυνική τροπή όταν ο Νικόλαος, μέσα από τη φυλακή, προσπάθησε να διεκδικήσει την κληρονομιά της γυναίκας που δολοφόνησε. Ισχυριζόμενος ότι δεν είχε σώας τας φρένας λόγω των ναρκωτικών, επιχείρησε να κρατήσει το μερίδιο της περιουσίας της μητέρας του. Ωστόσο, μετά από έναν πολυετή δικαστικό αγώνα των αδελφών του, το Εφετείο Δωδεκανήσου τον έκρινε οριστικά ανάξιο κληρονόμο το 2020. Ο Νικόλαος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ η σύντροφός του έλαβε ποινή 13 ετών για συνέργεια. Η ιστορία στο Γεννάδι παραμένει μια θλιβερή υπενθύμιση της ανθρώπινης βιαιότητας και της τραγωδίας που μπορεί να κρύβεται πίσω από κλειστές πόρτες.