Η ιστορία του Εντ Γκιν αποτελεί μια από τις πιο μακάβριες σελίδες της αμερικανικής εγκληματολογίας, καθώς οι αποτρόπαιες πράξεις του ξεπέρασαν κάθε όριο ανθρώπινης φαντασίας. Γεννημένος το 1906, ο Γκιν μεγάλωσε σε ένα εξαιρετικά δυσλειτουργικό περιβάλλον, υπό την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκόληπτης και αυταρχικής μητέρας, της Αυγούστα. Η απομόνωση στην οποία τον υπέβαλε, σε συνδυασμό με το μίσος που καλλιέργησε μέσα του για τον έξω κόσμο και την παθολογική εξάρτηση που ανέπτυξε μαζί της, διαμόρφωσαν μια διαταραγμένη προσωπικότητα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και του αδελφού του —ο οποίος πιθανολογείται ότι ήταν και το πρώτο του θύμα— ο Γκιν έμεινε μόνος με τη μητέρα του μέχρι τον θάνατό της το 1945, γεγονός που τον βύθισε σε μια βαθιά και επικίνδυνη ψύχωση.
Μετά την απώλεια της μητέρας του, ο Γκιν μετέτρεψε το σπίτι τους σε ένα ιδιότυπο «ναό» στη μνήμη της, διατηρώντας τα δωμάτιά της ανέπαφα ενώ ο ίδιος ζούσε σε έναν μικρό χώρο, βυθισμένος σε αναγνώσματα ανατομίας και ιστορίες για τα πειράματα των Ναζί. Η εμμονή του να «φέρει πίσω» τη μητέρα του τον οδήγησε αρχικά στη σύληση τάφων, από όπου αφαιρούσε μέλη σωμάτων γυναικών που της έμοιαζαν. Στόχος του ήταν να κατασκευάσει μια ολόκληρη στολή από ανθρώπινο δέρμα, ώστε να μπορεί να «μπαίνει» στο σώμα της και να γίνεται εκείνη. Η αρρωστημένη αυτή δραστηριότητα κλιμακώθηκε σε δολοφονίες, όταν η ανάγκη του για «φρέσκα» υλικά τον οδήγησε στην αφαίρεση της ζωής δύο γυναικών της περιοχής.
Η αποκάλυψη της φρίκης έγινε το 1957, όταν η αστυνομία, ερευνώντας την εξαφάνιση μιας τοπικής ιδιοκτήτριας καταστήματος, εισέβαλε στο αγρόκτημα του Γκιν. Οι αρχές αντίκρισαν έναν ζωντανό εφιάλτη: το σπίτι ήταν γεμάτο με αντικείμενα καθημερινής χρήσης κατασκευασμένα από ανθρώπινα λείψανα. Βρέθηκαν καρέκλες επενδυμένες με δέρμα, κρανία που χρησιμοποιούνταν ως μπολ, μάσκες από ανθρώπινα πρόσωπα και μια σειρά από άλλα ανατριχιαστικά ευρήματα που μαρτυρούσαν το μέγεθος της παράνοιάς του. Ο Γκιν παραδέχτηκε τις πράξεις του, ισχυριζόμενος κυνικά ότι δεν ερχόταν σε σεξουαλική επαφή με τα πτώματα γιατί «μύριζαν άσχημα», αλλά τα χρησιμοποιούσε μόνο για να διακοσμήσει τον χώρο του και να ικανοποιήσει τις μεταμορφωτικές του φαντασιώσεις.
Ο Εντ Γκιν κρίθηκε αρχικά παράφρων και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική, για να δικαστεί τελικά το 1968 όταν η κατάστασή του θεωρήθηκε σταθερή. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε ιδρύματα μέχρι τον θάνατό του το 1984. Παρά το γεγονός ότι διέπραξε λίγους φόνους σε σύγκριση με άλλους κατά συρροή δολοφόνους, η φύση των εγκλημάτων του και οι φετιχιστικές του εμμονές άφησαν ανεξίτηλο σημάδι στην ποπ κουλτούρα. Η προσωπικότητά του και η παθολογική σχέση με τη μητέρα του αποτέλεσαν τη βάση για μερικούς από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες του κινηματογράφου, όπως ο Νόρμαν Μπέιτς στο «Ψυχώ», ο Λέδερφεϊς στον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι» και ο Μπάφαλο Μπιλ στη «Σιωπή των Αμνών», στοιχειώνοντας μέχρι σήμερα τις οθόνες και τη φαντασία των θεατών.