Η δήλωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πως «χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία» ήρθε να ταράξει για ακόμη μια φορά τα νερά της διεθνούς διπλωματίας. Λίγες μόλις ώρες μετά την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, οι αναφορές του Ρεπουμπλικάνου ηγέτη στο μεγαλύτερο νησί του κόσμου προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Δανίας και αναζωπύρωσαν τις ανησυχίες για τις βλέψεις της Ουάσινγκτον. Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ εκφράζει αυτό το ενδιαφέρον ήδη από το 2019, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Λατινική Αμερική δίνουν μια νέα, πιο επιθετική χροιά στις διεκδικήσεις του, καθώς υποστηρίζει πως η προσάρτηση του εδάφους είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η απάντηση από την Κοπεγχάγη υπήρξε άμεση και αυστηρή. Η Δανή πρωθυπουργός, Μέτε Φρέντρικσεν, χαρακτήρισε κάθε συζήτηση για εξαγορά ή ανάληψη της Γροιλανδίας ως κάτι που «δεν έχει κανένα νόημα», ξεκαθαρίζοντας πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν κανένα δικαίωμα παρέμβασης στις χώρες του δανικού βασιλείου. Η ίδια κάλεσε την αμερικανική κυβέρνηση να σταματήσει τις απειλές, την ώρα που το τοπικό κοινοβούλιο της Γροιλανδίας επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία πως το νησί «δεν είναι προς πώληση».
Η Στρατηγική Σημασία και ο Πλούτος της Αρκτικής
Γεωγραφικά, η Γροιλανδία αποτελεί μέρος της Βόρειας Αμερικής, όμως πολιτικά συνδέεται με τη Δανία εδώ και τρεις αιώνες. Αν και πρόκειται για μια αραιοκατοικημένη περιοχή με περίπου 56.000 κατοίκους, κυρίως αυτόχθονες Ινουίτ, η αξία της είναι ανυπολόγιστη. Η οικονομία της, που παραδοσιακά βασιζόταν στην αλιεία, στρέφεται πλέον προς την εξόρυξη σπάνιων γαιών, ουρανίου και σιδήρου. Η κλιματική αλλαγή και η σταδιακή τήξη των πάγων καθιστούν αυτούς τους φυσικούς πόρους πιο προσβάσιμους, μετατρέποντας το νησί σε ένα «χρυσωρυχείο» που διεκδικούν οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη.
Για τις ΗΠΑ, η Γροιλανδία δεν είναι απλώς ένας τόπος με πλούσια ορυκτά, αλλά ένα κρίσιμο οχυρό στην καρδιά της Αρκτικής. Η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών εκεί χρονολογείται από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη διαστημική βάση Pituffik (πρώην Thule) να αποτελεί τον «φύλακα» της βόρειας ηπειρωτικής Αμερικής. Σε μια εποχή που η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες στον Βόρειο Πόλο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση πιθανών πυρηνικών απειλών που θα ακολουθούσαν τη συντομότερη διαδρομή πάνω από την Αρκτική.
Ένα Ιστορικό Διεκδικήσεων και Αποτυχημένων Διαπραγματεύσεων
Οι βλέψεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Γροιλανδία δεν αποτελούν καινοτομία της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς έχουν καταγραφεί ιστορικά αρκετές απόπειρες εξαγοράς. Το 1867, ο υπουργός Εξωτερικών Ουίλιαμ Χ. Σιούαρντ επιχείρησε ανεπιτυχώς να διαπραγματευτεί την αγορά της, αμέσως μετά την απόκτηση της Αλάσκας. Αντίστοιχα, το 1946, η Ουάσινγκτον προσέφερε στη Δανία 100 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που σήμερα αντιστοιχεί σε δισεκατομμύρια, λαμβάνοντας όμως και τότε αρνητική απάντηση.
Η επιμονή του Τραμπ να επαναφέρει το ζήτημα στην τρέχουσα πολιτική ατζέντα δείχνει πως η Αμερική επιθυμεί να εδραιώσει την κυριαρχία της στον Αρκτικό Κύκλο με κάθε κόστος. Παρά το γεγονός ότι η Γροιλανδία διαθέτει πλέον αυτονομία σε πολλά εσωτερικά ζητήματα, η Δανία διατηρεί τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, καθιστώντας τις όποιες διαπραγματεύσεις εξαιρετικά περίπλοκες. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις κινήσεις στη «σκακιέρα» του Βορρά, καθώς η Γροιλανδία μετατρέπεται στο νέο σημείο τριβής μεταξύ Ουάσινγκτον και Ευρώπης.