Το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας, στην οδό Καλλιρόης 19 στον Νέο Κόσμο, αποτελεί την πιο κινηματογραφική και μυστηριώδη ληστεία που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο του 1992, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, οι αρχές ήρθαν αντιμέτωπες με ένα θέαμα που έκοβε την ανάσα: το θησαυροφυλάκιο της τράπεζας είχε παραβιαστεί μέσω ενός υπόγειου τούνελ, και 301 θυρίδες είχαν αδειάσει. Η λεία, που περιελάμβανε κοσμήματα, χρυσές λίρες και μετρητά, εκτιμήθηκε στο αστρονομικό ποσό των 5 δισεκατομμυρίων δραχμών, καθιστώντας το το «ριφιφί του αιώνα».
Η εκτέλεση του σχεδίου υπήρξε αριστοτεχνική και απαιτούσε μήνες προετοιμασίας. Οι δράστες, μεταμφιεσμένοι σε συνεργείο της ΕΥΔΑΠ, έσκαψαν ένα λαγούμι μήκους περίπου 25 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρόης, εκμεταλλευόμενοι την παλιά κοίτη του ποταμού Ιλισού. Μεθοδικά και αθόρυβα, χρησιμοποίησαν βαριά εργαλεία και ένα αυτοσχέδιο βαγόνι πάνω σε ράγες για να απομακρύνουν τους τόνους χώματος, ενώ ενίσχυαν το τούνελ με ξύλινα υποστυλώματα. Το Σαββατοκύριακο 19-20 Δεκεμβρίου, κατάφεραν να τρυπήσουν τον θωρακισμένο τοίχο του θησαυροφυλακείου, πάχους σχεδόν ενός μέτρου, και να εισβάλουν ανενόχλητοι, παρά το γεγονός ότι ο συναγερμός χτύπησε επανειλημμένα χωρίς κανείς να του δώσει σημασία.
Η έρευνα της αστυνομίας, αν και εξονυχιστική, δεν απέδωσε άμεσα καρπούς, καθώς οι δράστες ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί και δεν άφησαν ίχνη. Λίγο καιρό αργότερα, άδειες κοσμηματοθήκες και έγγραφα ξεβράστηκαν σε παραλία της Βραυρώνας, υποδεικνύοντας ότι οι ληστές διέφυγαν πιθανότατα με ταχύπλοο σκάφος προς το εξωτερικό. Το μυστήριο βάθυνε μέχρι το 1994, όταν ένας κρατούμενος, ο Τζουμάχ Χαλίντ, ομολόγησε συμμετοχή και κατονόμασε ως εγκεφάλους διευθυντικά στελέχη της τράπεζας και γνωστούς επιχειρηματίες. Ωστόσο, η ανατροπή ήρθε λίγους μήνες μετά, όταν ο μάρτυρας ανακάλεσε τα πάντα, δηλώνοντας ότι οι κατηγορίες ήταν κατασκευασμένες, οδηγώντας στην απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων.
Σήμερα, τρεις δεκαετίες μετά, η ληστεία της Καλλιρόης παραμένει ανεξιχνίαστη, έχοντας περάσει στη σφαίρα του αστικού θρύλου. Οι θεωρίες για τους πραγματικούς δράστες παραμένουν πολλές, με την επικρατέστερη να κάνει λόγο για «εισαγόμενο» επαγγελματισμό, πιθανώς από την ιταλική μαφία, η οποία εκείνη την εποχή εκτελούσε παρόμοια ριφιφί στην Ευρώπη. Οι δράστες χάθηκαν στο λαβύρινθο των υπονόμων και της νύχτας, αφήνοντας πίσω τους μια ιστορία που ξεπερνά ακόμη και την πιο τολμηρή φαντασία των σεναριογράφων του αστυνομικού κινηματογράφου.