Στις 7 Μαΐου 1981, η περιοχή της Καλλιθέας έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο άγριες οικογενειακές τραγωδίες που έχουν καταγραφεί στα αστυνομικά χρονικά της χώρας. Μια 37χρονη γυναίκα από τη Φινλανδία, η οποία ζούσε στην Αθήνα με τον βιομήχανο σύζυγό της και την 11χρονη κόρη τους, αφαίρεσε τη ζωή του παιδιού της με τρόπο που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη φαντασία. Το έγκλημα αυτό, που χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο της εποχής ως πρωτοφανές σε αγριότητα, έφερε στην επιφάνεια το τραγικό κενό στη διαχείριση σοβαρών ψυχιατρικών περιστατικών.
Η δράστις είχε βεβαρημένο ιατρικό παρελθόν, καθώς είχε νοσηλευτεί επανειλημμένα σε ψυχιατρικά ιδρύματα του εξωτερικού. Στην Ελλάδα βρισκόταν υπό φαρμακευτική αγωγή, ωστόσο η συμπεριφορά της στη γειτονιά της οδού Σαπφούς πρόδιδε τη σοβαρότητα της κατάστασής της. Οι γείτονες την έβλεπαν συχνά να περιφέρεται στους δρόμους με νυχτικά, ενώ ο σύζυγός της, από υπερβολική αγάπη και ελπίζοντας σε βελτίωση, αρνούνταν να την εισαγάγει σε κάποιο άσυλο. Η άρνηση αυτή οδήγησε στο μοιραίο βράδυ, όταν ο πατέρας, επιστρέφοντας από τη δουλειά, συνάντησε τη γυναίκα του στον δρόμο να φωνάζει ότι έπνιξε το παιδί τους.
Οι λεπτομέρειες της δολοφονίας, όπως αποκαλύφθηκαν από την ιατροδικαστική έρευνα, προκάλεσαν αποτροπιασμό. Μετά από μια βίαιη επίθεση και στραγγαλισμό, η μητέρα τοποθέτησε μια κάλτσα βαθιά στο στόμα του κοριτσιού και μετέφερε το άψυχο σώμα στην μπανιέρα, την οποία γέμισε με καυτό νερό. Οι ιατροδικαστές έκαναν λόγο για εικόνες που δεν είχαν αντικρίσει ποτέ ξανά στο νεκροτομείο της Αθήνας, καθώς το σώμα της 11χρονης έφερε πολλαπλά τραύματα και κακώσεις που μαρτυρούσαν το μέγεθος της μανίας της 37χρονης.
Η σύλληψη της γυναίκας έγινε λίγη ώρα αργότερα, ενώ εκείνη περιφερόταν ξυπόλυτη και σε κατάσταση πλήρους αμόκ. Στο αστυνομικό τμήμα, η σύγχυση της ήταν εμφανής, καθώς ισχυριζόταν ότι το μόνο που ήθελε ήταν να «λούσει τα μαλλάκια» της κόρης της, ενώ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την πράξη της. Στον διάλογο που είχε με τον ιατροδικαστή, δήλωνε ότι λάτρευε το παιδί της, ενώ ταυτόχρονα παραδεχόταν ότι η δική της μητέρα είχε επίσης ιστορικό νοσηλείας σε ψυχιατρείο, υποδηλώνοντας ένα βαρύ κληρονομικό ιστορικό.
Ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, χαρακτηρίζοντας το έγκλημα ως «ιδιαζόντως ειδεχθές». Παρά το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης της περιόδου δεν διέσωσαν περαιτέρω πληροφορίες για την τελική καταδίκη της, η υπόθεση παρέμεινε στη μνήμη της κοινής γνώμης ως μια σκοτεινή υπενθύμιση των κινδύνων που ελλοχεύουν όταν η ψυχική ασθένεια παραμένει χωρίς την απαραίτητη κλινική επίβλεψη μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον.