Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά κεφάλαια της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Το 1919, εν μέσω της Ρωσικής Επανάστασης και των τουρκικών διώξεων, χιλιάδες Έλληνες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια γεωπολιτική παγίδα. Τότε, η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε μια ειδική και εξαιρετικά επικίνδυνη αποστολή σε έναν άνθρωπο των γραμμάτων, τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος άφησε πίσω του τις θεωρίες για να παλέψει για τις ζωές ζωντανών ανθρώπων.
Η «σταυρωμένη ράτσα» και το χρονικό της αποστολής
Ο Νίκος Καζαντζάκης, ως Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως, ταξίδεψε στην περιοχή του Καρς και του Καυκάσου συνοδευόμενος από μια τριμελή επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αλέξης Ζορμπάς και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης. Η κατάσταση που συνάντησαν ήταν αποκαρδιωτική: οι Έλληνες καταδιώκονταν τόσο από τους Μπολσεβίκους όσο και από τους Τούρκους του Κεμάλ, οι οποίοι είχαν ήδη ξεκινήσει την τελική φάση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.
Ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας περιέγραψε την εμπειρία του με όρους μυθικούς, παρομοιάζοντας την Ελλάδα με έναν νέο Προμηθέα, καρφωμένο στα βουνά του Καυκάσου. Στην «Αναφορά στον Γκρέκο», σημειώνει χαρακτηριστικά πως ένιωσε την ανάγκη να ταυτίσει τα σύγχρονα παθήματα του ελληνισμού με τα αιώνια πάθη της φυλής, αναλαμβάνοντας το βάρος της σωτηρίας περισσότερων από 100.000 ψυχών.
Το δίλημμα και η έξοδος προς την Ελλάδα
Αρχικά, η Αθήνα εξέταζε την επιστροφή των πληθυσμών στον μικρασιατικό Πόντο. Ωστόσο, η ραγδαία προέλαση των κεμαλικών δυνάμεων κατέστησε αυτό το σενάριο αδύνατο. Με τις σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών να αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, η μοναδική λύση ήταν η μεταφορά τους στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης, με τηλεγραφήματα προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εξέθεσε τον άμεσο κίνδυνο αφανισμού των Ελλήνων από Κούρδους και Τατάρους, ζητώντας την άμεση επέμβαση της κυβέρνησης.
Παρά τις γεωπολιτικές επιφυλάξεις ορισμένων επιτροπών, που φοβούνταν την αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή σε περίπτωση λύσης του Ποντιακού ζητήματος, η επιχείρηση διάσωσης ξεκίνησε. Το κόστος της αναμονής, όμως, ήταν βαρύ: λόγω έλλειψης πλοίων, πολλοί πρόσφυγες έμειναν στα λιμάνια για μήνες, με αποτέλεσμα το ένα τρίτο από αυτούς να χάσει τη ζωή του από τις κακουχίες και τις ασθένειες πριν προλάβει να επιβιβαστεί.
Η ρίζωση στη Μακεδονία και τη Θράκη
Από τον Απρίλιο του 1920 έως τον Φεβρουάριο του 1921, συνολικά 23 ατμόπλοια μετέφεραν περίπου 53.000 ανθρώπους στην Ελλάδα. Τα πλοία αυτά, όπως το «Πάρθιαν», ο «Κωνσταντίνος» και η «Ελευθερία», δεν μετέφεραν μόνο ανθρώπινες ψυχές αλλά και την ελπίδα για μια νέα αρχή. Ο Καζαντζάκης είχε προτείνει την εγκατάστασή τους σε χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, περιοχές που είχαν ερημωθεί από τους πολέμους.
Η εικόνα των προσφύγων που ρίζωναν στα νέα τους χώματα, γεμίζοντας τα «βαρβαροπατημένα» εδάφη με σιτάρι, καπνό και παιδιά, ήταν για τον Καζαντζάκη η μεγαλύτερη ικανοποίηση. Παρά τις εχθρικές σχέσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των Μπολσεβίκων που οδήγησαν σε εγκλωβισμούς και χιλιάδες ορφανά, η αποστολή αυτή έσωσε έναν ολόκληρο πληθυσμό από τη σίγουρη εξόντωση.
Η ιστορική έρευνα του Βλάση Αγτζίδη
Τα δραματικά αυτά γεγονότα έρχονται στο φως μέσα από τη συστηματική έρευνα του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη. Στο έργο του αναλύει το περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον μεταξύ των Συνθηκών των Σεβρών και της Λωζάννης, τεκμηριώνοντας τις θυσίες και τις αστοχίες μιας περιόδου που σφράγισε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η μαρτυρία του Καζαντζάκη παραμένει μέχρι σήμερα το πιο ζωντανό μνημείο αυτής της υπερπροσπάθειας για τη διάσωση της «αιώνια σταυρωνόμενης ράτσας».