Η εξέγερση στην πλατεία Τιενανμέν το 1989 παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά αλλά και αποσιωπημένα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Όλα ξεκίνησαν ως μια ειρηνική διαμαρτυρία φοιτητών στο Πεκίνο, με αφορμή τον θάνατο του μεταρρυθμιστή πολιτικού Χου Γιαομπάνγκ, ο οποίος θεωρούνταν σύμβολο της ελπίδας για καταπολέμηση της διαφθοράς και προώθηση δημοκρατικών αλλαγών. Αυτό που ξεκίνησε από λίγες χιλιάδες φοιτητές, γρήγορα γιγαντώθηκε σε ένα μαζικό κίνημα που αγκάλιασε εργάτες, διανοούμενους και απλούς πολίτες, φτάνοντας να αριθμεί πάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές στην καρδιά της κινεζικής πρωτεύουσας.
Οι διαδηλωτές δεν ζητούσαν απαραίτητα την ανατροπή του κομμουνισμού, αλλά μεταρρυθμίσεις μέσα στο υπάρχον σύστημα, όπως ελευθερία του τύπου, λογοδοσία της κυβέρνησης και τερματισμό του νεποτισμού στην κομματική ιεραρχία. Ωστόσο, η ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος διχάστηκε ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν τον διάλογο και στους σκληροπυρηνικούς που έβλεπαν τις διαδηλώσεις ως μια ξένη συνωμοσία για την αποσταθεροποίηση της χώρας. Τελικά, η επικράτηση της γραμμής του Ντενγκ Σιαοπίνγκ οδήγησε στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου και στην απόφαση για βίαιη καταστολή των διαμαρτυριών.
Η νύχτα της 3ης προς την 4η Ιουνίου 1989 βάφτηκε στο αίμα, καθώς ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός εισέβαλε στο Πεκίνο με τανκς και τεθωρακισμένα οχήματα, ανοίγοντας πυρ κατά των αμάχων που προσπαθούσαν να εμποδίσουν την προέλασή τους. Αν και η εικόνα του "Ανθρώπου απέναντι στα Τανκς" έγινε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης, η πραγματικότητα στους δρόμους γύρω από την πλατεία ήταν μια σφαγή με εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες νεκρούς. Οι αρχές κατάφεραν να εκκαθαρίσουν την πλατεία μέχρι την αυγή, βάζοντας ένα βίαιο τέλος στις ελπίδες για πολιτικό άνοιγμα στην Κίνα.
Σήμερα, το θέμα της Τιενανμέν αποτελεί το απόλυτο ταμπού για την κινεζική κυβέρνηση, η οποία έχει επιβάλει μια άνευ προηγουμένου λογοκρισία στα σχολικά βιβλία, το διαδίκτυο και τα μέσα ενημέρωσης. Οι νέες γενιές στην Κίνα συχνά αγνοούν πλήρως τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, ενώ κάθε προσπάθεια μνήμης ή απόδοσης τιμών στα θύματα καταστέλλεται άμεσα. Παρά τη συστηματική προσπάθεια διαγραφής του γεγονότος από την ιστορία, η 4η Ιουνίου παραμένει μια ανοιχτή πληγή και μια υπενθύμιση του υψηλού τιμήματος που πλήρωσαν χιλιάδες άνθρωποι για το όνειρο της ελευθερίας.