Μετά το τέλος της Ρωσικής Επανάστασης και τη δίνη του αιματηρού εμφυλίου πολέμου, η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν από τους πιο φρικτούς λιμούς στη σύγχρονη ιστορία. Μεταξύ του 1921 και του 1922, υπολογίζεται ότι περίπου 5 έως 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από την πείνα και τις ασθένειες που σάρωσαν τον εξασθενημένο πληθυσμό. Η καταστροφή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των ακραίων καιρικών συνθηκών και της ξηρασίας, αλλά και των ολέθριων πολιτικών των Μπολσεβίκων, οι οποίοι εφάρμοσαν τη βίαιη επίταξη σιτηρών για να τροφοδοτήσουν τις πόλεις και τον Κόκκινο Στρατό, αφήνοντας τους αγρότες της υπαίθρου χωρίς τα απαραίτητα εφόδια για την επιβίωσή τους.
Η κατάσταση στις πληγείσες περιοχές, όπως η λεκάνη του ποταμού Βόλγα, ξεπέρασε κάθε φαντασία. Οι απεγνωσμένοι κάτοικοι αναγκάζονταν να τρέφονται με οτιδήποτε μπορούσαν να βρουν, από φλοιούς δέντρων και βρύα μέχρι πηλό και περιττώματα ζώων. Η εξαθλίωση οδήγησε σε ακραίες πράξεις απελπισίας, με αναφορές για κανιβαλισμό να πληθαίνουν σε ολόκληρη την επικράτεια. Υπήρξαν μαρτυρίες για ανθρώπους που έσκαβαν τάφους για να βρουν τροφή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις γονείς έφτασαν στο σημείο να θυσιάσουν τα ίδια τους τα παιδιά για να επιβιώσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Οι εικόνες από τα "meat markets" της εποχής παραμένουν μέχρι σήμερα μια οδυνηρή υπενθύμιση της απόλυτης απανθρωποποίησης που προκαλεί η ακραία πείνα.
Παρά την αρχική δυσπιστία και τον φόβο για ξένη παρέμβαση, η σοβιετική κυβέρνηση υπό τον Λένιν αναγκάστηκε τελικά να ζητήσει διεθνή βοήθεια. Η ανταπόκριση ήταν σημαντική, με την Αμερικανική Διοίκηση Βοήθειας (ARA), υπό την ηγεσία του μετέπειτα προέδρου Χέρμπερτ Χούβερ, να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Οι Αμερικανοί κατάφεραν να στήσουν χιλιάδες κουζίνες και να τροφοδοτήσουν εκατομμύρια ανθρώπους καθημερινά, σώζοντας αναρίθμητες ζωές. Παράλληλα, οργανώσεις όπως η βρετανική Save the Children και οι Κουάκεροι προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια, εστιάζοντας κυρίως στη διάσωση των παιδιών που ήταν τα μεγαλύτερα θύματα αυτής της κρίσης.
Ο λιμός άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από το 1923, χάρη στις καλύτερες σοδειές και τη συνεχιζόμενη διεθνή αρωγή, αν και σε ορισμένες περιοχές οι συνέπειες ήταν αισθητές μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Η τραγωδία αυτή άφησε ανεξίτηλα σημάδια στη ρωσική κοινωνία και ανέδειξε το τεράστιο ανθρώπινο κόστος των πολιτικών συγκρούσεων και των οικονομικών πειραματισμών. Η μνήμη του Μεγάλου Λιμού παραμένει μια σκοτεινή σελίδα που υπενθυμίζει την ανάγκη για διεθνή αλληλεγγύη και την προστασία των βασικών ανθρώπινων αναγκών, ακόμα και στις πιο πολωμένες πολιτικές περιόδους.