Η αρχαία ελληνική σκέψη είναι συχνά ταυτισμένη με τον ορθολογισμό, τη φιλοσοφία και την επιστήμη, ωστόσο η καθημερινότητα των ανθρώπων της εποχής ήταν βαθιά ποτισμένη από την πίστη στο υπερφυσικό. Η μαγεία δεν αποτελούσε μια περιθωριακή δραστηριότητα, αλλά ένα κρίσιμο εργαλείο στις διαπροσωπικές σχέσεις, ειδικά όταν τα ανθρώπινα μέσα, όπως τα δικαστήρια ή η λογική, αποδεικνύονταν ανεπαρκή. Μέσα από τη χρήση συμβόλων και αφαιρέσεων, όπως οι μολύβδινες πινακίδες και τα ομοιώματα, οι αρχαίοι προσπαθούσαν να κινητοποιήσουν δυνάμεις που θα τους προστάτευαν ή θα έβλαπταν τους εχθρούς τους, στηριζόμενοι σε μια μορφή "πίστης" που απαιτούσε την επιστράτευση υπερφυσικών συμμάχων.
Οι κατάδεσμοι ή κατάρες αποτελούν την πιο συνηθισμένη μορφή μαγείας που συναντάμε από τον 6ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται για σύντομα κείμενα χαραγμένα σε μολύβι, τα οποία τοποθετούνταν συχνά σε τάφους ανθρώπων που είχαν πεθάνει πρόωρα ή βίαια. Η επιλογή αυτών των σημείων δεν ήταν τυχαία, καθώς οι "οργισμένοι νεκροί" θεωρούνταν τα ιδανικά όργανα για να μεταφέρουν την κατάρα στον στόχο της. Ο χρήστης της μαγείας επεδίωκε να "δέσει" συμβολικά τον αντίπαλό του, παραδίδοντάς τον στις καταχθόνιες δυνάμεις. Το κίνητρο πίσω από αυτές τις πράξεις ήταν πάντα το έντονο συναίσθημα: το μίσος, ο φόβος για μια επερχόμενη δίκη ή η αγανάκτηση για μια αδικία που δεν μπορούσε να λυθεί με νόμιμα μέσα.
Εκτός από τις κατάρες για εκδίκηση, η μαγεία χρησιμοποιούνταν ευρέως και στον έρωτα. Οι φιλτροκατάδεσμοι, όπως αυτοί που διασώθηκαν στους μεγάλους μαγικούς παπύρους, περιγράφουν εξαιρετικά περίπλοκες τελετουργίες για την πρόκληση ερωτικής επιθυμίας. Αυτές οι "συνταγές" βασίζονταν σε έναν αυστηρό αυτοματισμό: αν ο χρήστης ακολουθούσε πιστά τα βήματα, χρησιμοποιούσε τις σωστές μαγικές λέξεις και τις κατάλληλες "ουσίες", η επιτυχία θεωρούνταν δεδομένη, ανεξάρτητα από το αν η πράξη ήταν ηθική ή δίκαιη. Η λεπτομέρεια των οδηγιών σε αυτά τα κείμενα δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν οι αρχαίοι τη μαγεία ως μια μορφή "τεχνολογίας" του υπερφυσικού.
Η μελέτη της αρχαίας μαγείας μας αποκαλύπτει μια πλευρά του ελληνικού πολιτισμού που είναι γεμάτη πάθος, αγωνία και μνήμη. Οι επικλήσεις σε θεότητες όπως η Περσεφώνη, ο Ερμής ή ο Άδωνης συνδέουν τη μαγική πράξη με τη μυθολογία και τις παραδόσεις του κάτω κόσμου. Παρά την άνοδο της φιλοσοφίας, η μαγεία παρέμεινε ζωντανή, προσφέροντας στους ανθρώπους μια ψευδαίσθηση ελέγχου πάνω στην τύχη και τα συναισθήματά τους. Μέσα από αυτά τα αρχαία ξόρκια, βλέπουμε την αιώνια ανθρώπινη ανάγκη να βρεθεί μια λύση στα αδιέξοδα της ζωής, ακόμα κι αν αυτή η λύση απαιτεί την επίκληση σκοτεινών και αθέατων δυνάμεων.