Η ιστορία ξεκινά το 1932, όταν ένας βιοπαλαιστής, ο Χαράλαμπος Ζαμπέλης, αποφάσισε να σκάψει ένα πηγάδι στο οικόπεδό του στο Μοσχάτο, επί της Λεωφόρου Πειραιώς. Στόχος του ήταν απλώς να βρει νερό για προσωπική χρήση πίσω από το παγοποιείο «Όλυμπος». Όμως, σε βάθος μόλις πέντε μέτρων, μια έντονη μυρωδιά καυσίμου κατέκλυσε την περιοχή και ένα μαύρο, παχύρρευστο υγρό άρχισε να αναβλύζει από το χώμα. Ο Ζαμπέλης, που εργαζόταν ως σερβιτόρος σε γνωστό καφενείο της Πλατείας Ομονοίας, στην αρχή πίστεψε πως έπεσε θύμα δολιοφθοράς από κακόβουλους γείτονες που ήθελαν να του μολύνουν το νερό.
Η υποψία του για εκδίκηση τον οδήγησε μέχρι τον τοπικό αστυνομικό σταθμό, όμως το φαινόμενο δεν σταματούσε. Όσο περισσότερο έσκαβε, τόσο το υγρό γινόταν πιο μαύρο και πηχτό. Την πραγματική διάσταση του θέματος έδωσε ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Μοσχάτου, ο οποίος είδε το πηγάδι και βεβαίωσε πως επρόκειτο για πετρέλαιο, προτρέποντας τον ιδιοκτήτη να ενημερώσει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Μια εργαστηριακή εξέταση επιβεβαίωσε τις ελπίδες όλων: το οικόπεδο του Ζαμπέλη έκρυβε πράγματι μεγάλες ποσότητες πετρελαίου.
Η Ίδρυση της Εταιρείας και ο Πυρετός του «Μαύρου Χρυσού»
Τα νέα διαδόθηκαν σαν αστραπή και ο Χαράλαμπος Ζαμπέλης μετατράπηκε από ένα απλό γκαρσόνι στον πιο τυχερό άνθρωπο της Αθήνας. Παρά τον αρχικό σκεπτικισμό των υπαλλήλων του Υπουργείου, οι οποίοι πίστευαν ότι το υγρό προερχόταν από παλιές δεξαμενές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο χημικός Λάζαρος Ζαμάνος διαβεβαίωσε τον ιδιοκτήτη πως πρόκειται για αυθεντική πετρελαιοπηγή. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1933, ιδρύθηκε μια εταιρεία με τη συμμετοχή μετόχων, και οι ανασκαφές ξεκίνησαν με επιστημονικό πλέον τρόπο.
Οι εργάτες άνοιξαν μια μεγάλη τάφρο και χρησιμοποιώντας χειροκίνητες αντλίες άρχισαν να γεμίζουν δεξαμενές με το υγρό. Μέσα σε ελάχιστες ημέρες κατάφεραν να αντλήσουν 1.200 οκάδες πετρέλαιο, ενώ οι εφημερίδες της εποχής κυκλοφορούσαν με εντυπωσιακούς τίτλους για την ανακάλυψη της πετρελαιοφόρου πηγής στο Μοσχάτο. Η αισιοδοξία κορυφώθηκε όταν το Υπουργείο διαπίστωσε πως και άλλα πηγάδια σε ακτίνα 300 μέτρων παρουσίαζαν το ίδιο μαύρο χρώμα και την χαρακτηριστική οσμή.
Το Άδοξο Τέλος του Ονείρου και η Σκληρή Πραγματικότητα
Για να προχωρήσει η εκμετάλλευση της πηγής, ο Ζαμπέλης έπρεπε να επενδύσει σε ακριβό εξοπλισμό, όπως γεωτρύπανα και ειδικά μηχανήματα άντλησης. Οι οικονομίες μιας ζωής από τη δουλειά του στην Ομόνοια εξαντλήθηκαν γρήγορα και ο ίδιος αναγκάστηκε να πάρει τραπεζικά δάνεια για να φτάσει σε βάθος 300 μέτρων, όπου οι ειδικοί υπόσχονταν καθαρό πετρέλαιο χωρίς προσμίξεις. Δυστυχώς, το όνειρο του «μαύρου χρυσού» αποδείχθηκε μια οδυνηρή πλάνη.
Σε μεγαλύτερο βάθος, αντί για πετρέλαιο, άρχισε να βγαίνει καθαρό νερό. Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχε κοίτασμα, αλλά μια μεγάλη διαρροή από παλιές αποθήκες καυσίμων σε παρακείμενο οικόπεδο, η οποία είχε μολύνει τον υδροφόρο ορίζοντα. Η εταιρεία διαλύθηκε, οι «σύμβουλοι» εξαφανίστηκαν και ο Χαράλαμπος Ζαμπέλης έμεινε μόνος του με τα χρέη του δανείου, επιστρέφοντας πιθανότατα στον δίσκο του σερβιτόρου, έχοντας ζήσει για λίγους μήνες το όνειρο του μεγιστάνα του πετρελαίου.