Μέχρι το 1883, η εικόνα του Πειραιά θύμιζε περισσότερο ύπαιθρο παρά αστικό κέντρο, τουλάχιστον όσον αφορά τη διακίνηση του κρέατος. Πριν την ίδρυση οργανωμένων εγκαταστάσεων, τα «πλωτά κοπάδια» κατέφθαναν με καΐκια στο λιμάνι και στη συνέχεια περιφέρονταν ζωντανά στους δρόμους της πόλης. Οι σπιτονοικοκύρηδες επέλεγαν επί τόπου το ζώο της αρεσκείας τους και η σφαγή γινόταν συχνά στην αυλή του αγοραστή ή στη μέση του δρόμου, δημιουργώντας μια πρωτόγονη και ανθυγιεινή κατάσταση για τους κατοίκους.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε το 1883 με τη λειτουργία των Δημοτικών Σφαγείων, σε σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου. Οι εγκαταστάσεις ανεγέρθηκαν σε μια τότε απομονωμένη περιοχή που σήμερα ανήκει στον Δήμο Δραπετσώνας, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες 40.000 Πειραιωτών. Το αρχικό οικοδόμημα αποτελούνταν από πέτρινα υπόστεγα με καμάρες, ύψους επτά μέτρων, και ήταν χωρισμένο σε πέντε τμήματα ανάλογα με το είδος των ζώων, διαθέτοντας οχετούς που κατέληγαν κατευθείαν στη θάλασσα.
Από την Απομόνωση στο Κέντρο της Βιομηχανικής Δραστηριότητας
Αν και η τοποθεσία επιλέχθηκε αρχικά για να κρατήσει το αποτρόπαιο θέαμα μακριά από τα μάτια του κόσμου, η βιομηχανική έκρηξη της περιοχής ανέτρεψε τα δεδομένα. Η ίδρυση του εργοστασίου Λιπασμάτων το 1909, η δημιουργία εργατικών συνοικισμών και η μετέπειτα εγκατάσταση των αποθηκών πετρελαίου της Shell, μετέτρεψαν τον κάποτε ερημικό όρμο σε ένα πολυσύχναστο κέντρο. Χιλιάδες εργάτες και πληρώματα πλοίων γίνονταν καθημερινά μάρτυρες μιας κατάστασης που προκαλούσε δέος και αποτροπιασμό.
Οι αριθμοί της εποχής είναι συγκλονιστικοί: τρεις φορές την εβδομάδα σφάζονταν περίπου 1.500 ζώα ημερησίως, ενώ την περίοδο των εορτών ο αριθμός αυτός εκτοξευόταν στα 15.000 ζώα την εβδομάδα. Η οσμή από τα περιττώματα και τα ούρα των ζώων που περίμεναν έξω από τα σφαγεία ήταν ανυπόφορη, ενώ τη στιγμή της σφαγής, τα νερά του όρμου έπαιρναν ένα βαθύ κόκκινο χρώμα από το αίμα που έρρεε ασταμάτητα στη θάλασσα.
Οι «Ειδικότητες» της Σφαγής και η Διαδικασία του Τεμαχισμού
Η εργασία στα σφαγεία ήταν απόλυτα κατηγοριοποιημένη και θύμιζε μια μακάβρια γραμμή παραγωγής. Το ζώο περνούσε από πέντε διαφορετικά χέρια πριν καταλήξει στο τσιγκέλι του κρεοπωλείου. Πρώτος ήταν ο σφάχτης, του οποίου η τέχνη κρινόταν στο ένα και μοναδικό χτύπημα. Ακολουθούσε ο φουσκωτής, που χρησιμοποιούσε φυσερό για να ξεκολλήσει το δέρμα, ο γροθιαστής που έγδερνε το ζώο με το μαχαίρι και τη γροθιά του, ο ανοιχτής που αφαιρούσε τα εντόσθια και, τέλος, ο συγυριστής που τακτοποιούσε τα «τακίμια» και έκοβε κεφάλια και πόδια.
Οι συνθήκες εργασίας ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Οι εργάτες, ματωμένοι μέχρι τους αγκώνες, κινούνταν ανάμεσα σε λάκκους με πηχτό αίμα και αυλάκια που συχνά φράζαν από ακαθαρσίες. Η παραλία μπροστά από τον όρμο Φωρών (που επικράτησε να λέγεται όρμος Σφαγείων) είχε μεταβληθεί σε μια δυσώδη, πολτώδη μάζα. Το περιβάλλον ήταν τόσο φρικιαστικό που πολλοί το παρομοίαζαν με την «Κόλαση του Δάντη», ενώ ανάμεσα στους σκληροτράχηλους εργάτες που πέρασαν από εκεί ως εκδορείς συναντάμε και τον νεαρό τότε Μάρκο Βαμβακάρη.
Ο Κύκλος του Αίματος και η Εμφάνιση των Καρχαριών
Το καθημερινό ωράριο λειτουργίας ήταν από τις 11 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα. Η διαδικασία ήταν ταχύτατη: τα ζώα που αποβιβάζονταν το πρωί στο λιμάνι, μέχρι το βράδυ έπρεπε να έχουν μεταφερθεί τεμαχισμένα στα κρεοπωλεία του Πειραιά, δίπλα στο Ωρολόγιο. Αυτή η συνεχής ροή αίματος και εντοσθίων προς τον Σαρωνικό είχε μια απροσδόκητη και επικίνδυνη συνέπεια.
Η περιοχή έγινε πόλος έλξης για καρχαρίες, οι οποίοι παραμόνευαν στον όρμο για να τραφούν από τα υπολείμματα των σφαγείων. Υπάρχουν αναφορές ότι λουόμενοι, ακόμη και σε ακτές που βρίσκονταν αρκετά μακριά, έπεφταν θύματα επιθέσεων από «θαλάσσια κτήνη» που προσελκύονταν από τη μυρωδιά του αίματος που ταξίδευε στα θαλάσσια ρεύματα.
Η Εγκατάλειψη και η Επίσκεψη του Δημάρχου Μανούσκου
Για δεκαετίες, τα σφαγεία λειτουργούσαν σε καθεστώς πλήρους εγκατάλειψης από τη δημοτική αρχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1938, όταν ο Δήμαρχος Πειραιά Μιχάλης Μανούσκος αποφάσισε να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις για να εξετάσει τον εκσυγχρονισμό τους, οι εργαζόμενοι δεν τον πίστεψαν. Του απάντησαν μάλιστα με δυσπιστία ότι «είχαν να δουν Δήμαρχο δέκα χρόνια», αναδεικνύοντας το μέγεθος της απομόνωσης αυτού του ιδιότυπου «γκέτο» της Δραπετσώνας. Σήμερα, οι παλιές αυτές καμάρες στέκουν ακόμα ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας εποχής που ο Πειραιάς μεγάλωνε μέσα από αίμα, ιδρώτα και σκληρή βιομηχανική πραγματικότητα.