Ο Μιχάλης Μπαλόπουλος, γεννημένος το 1921, υπήρξε μια από τις κεντρικές μορφές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Αξιωματικός του πυροβολικού με πλούσια δράση στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την εθνική αντίσταση, βρέθηκε γρήγορα στον πυρήνα της ομάδας των αξιωματικών που σχεδίασαν την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη πραγματοποιήθηκαν πολλές από τις κρίσιμες συναντήσεις της επαναστατικής επιτροπής, ενώ ο ίδιος κατείχε σημαντικές θέσεις στο καθεστώς, διατελώντας γενικός γραμματέας του ΕΟΤ και υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας.
Η πορεία του όμως σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από το διαβόητο «σκάνδαλο των κρεάτων», μια υπόθεση που συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη. Κατηγορήθηκε για την εισαγωγή ακατάλληλων κρεάτων από τη Ροδεσία, τα οποία βαφτίζονταν ως κρέατα Αργεντινής προκειμένου να διοχετευτούν στην αγορά. Το σκάνδαλο αυτό, που περιλάμβανε δωροδοκίες και παράνομες διατάξεις που ευνοούσαν συγκεκριμένους εισαγωγείς, οδήγησε στη σύλληψή του μετά το κίνημα του Ιωαννίδη το 1973. Η δίκη του το 1974 κατέληξε σε καταδίκη κάθειρξης, αν και ο ίδιος υποστήριζε δακρυσμένος ότι ήταν θύμα πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η τύχη του Μπαλόπουλου σφραγίστηκε οριστικά. Παρά την αρχική γενική αμνηστία, η Βουλή ανακάλεσε το μέτρο για τους πρωταίτιους του πραξικολήματος, χαρακτηρίζοντας τις πράξεις τους ως πολιτικό έγκλημα. Στη μεγάλη δίκη των πρωταιτίων το 1975, καταδικάστηκε σε στρατιωτική καθαίρεση και ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία. Οι κατηγορίες της στάσης και της προδοσίας τον οδήγησαν στις φυλακές του Κορυδαλλού, όπου παρέμεινε κρατούμενος μαζί με τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του καθεστώτος.
Το τέλος του ήρθε ξαφνικά το πρωί της 3ης Μαΐου 1978, όταν υπέστη οξύ έμφραγμα μέσα στο κελί του σε ηλικία μόλις 57 ετών. Η κηδεία του στη Νέα Σμύρνη μετατράπηκε σε μια συγκέντρωση υποστηρικτών του καθεστώτος, με στεφάνια από τους φυλακισμένους Παπαδόπουλο, Πατακό και Μακαρέζο. Ο Μιχάλης Μπαλόπουλος έφυγε από τη ζωή ως ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές μιας περιόδου που δίχασε την Ελλάδα, αφήνοντας πίσω του την ανάμνηση ενός αξιωματικού που από τα πεδία των μαχών του '40 κατέληξε να ταυτιστεί με τις πιο σκοτεινές πτυχές της επταετίας.