Η υπόθεση του Γιάννη Μπαλτά, του βοσκού από τον Λοφίσκο Θεσσαλονίκης, αποτελεί ένα από τα πιο ανατριχιαστικά κεφάλαια της ελληνικής εγκληματολογίας. Τον Μάιο του 2004, η κοινή γνώμη πάγωσε όταν ο 33χρονος κτηνοτρόφος δολοφόνησε εν ψυχρό τον 29χρονο Δημήτρη Κυρκινέζη και τραυμάτισε σοβαρά τον αδερφό του, Σάββα, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης που είχε κανονιστεί με την πρώην αραβωνιαστικιά του, Θεοδώρα. Μετά το έγκλημα, ο Μπαλτάς απήγαγε τη Θεοδώρα και διέφυγε στα βουνά του Λαγκαδά, προκαλώντας μια τεράστια επιχείρηση καταδίωξης από την αστυνομία.
Η σύλληψή του, λίγες ημέρες αργότερα, δεν έφερε μόνο την απελευθέρωση της ομήρου αλλά και την αποκάλυψη μιας σειράς άλλων φρικιαστικών εγκλημάτων. Με πρωτοφανή κυνισμό, ο Μπαλτάς ομολόγησε ότι είχε διαπράξει δύο προηγούμενες διπλές δολοφονίες Αλβανών μεταναστών το 1995 και το 1996. Τα κίνητρά του πίσω από αυτές τις πράξεις ήταν καθαρά οικονομικά, καθώς ήθελε να αποφύγει την πληρωμή δεδουλευμένων στους εργάτες που απασχολούσε στη φάρμα του. Η συνειδητοποίηση ότι ένας φαινομενικά ήσυχος βοσκός ήταν στην πραγματικότητα ένας κατά συρροή δολοφόνος σόκαρε την ελληνική κοινωνία.
Οι λεπτομέρειες των εγκλημάτων του αναδεικνύουν την ψυχρότητα του χαρακτήρα του. Ο Μπαλτάς δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ακόμα και τον αδερφό του ως συνεργό στις δολοφονίες των μεταναστών, ενώ στις ομολογίες του περιέγραφε τα θύματά του με απαξιωτικούς όρους, παρομοιάζοντάς τα με ζώα. Η δικαιοσύνη κινήθηκε γρήγορα και το 2005 ο Μπαλτάς καταδικάστηκε σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη χωρίς αναστολή, μια ποινή που επικυρώθηκε αργότερα και από το Εφετείο. Οι συνεργοί του καταδικάστηκαν επίσης σε πολυετείς ποινές κάθειρξης για τη συμμετοχή τους.
Σήμερα, η ιστορία του Γιάννη Μπαλτά παραμένει μια ζοφερή υπενθύμιση της βίας και της ανομίας που μπορεί να κρύβεται πίσω από την καθημερινότητα μιας μικρής κοινότητας. Η υπόθεση αυτή άνοιξε έναν μεγάλο διάλογο για την προστασία των αδύναμων εργατών και τη βία κατά των μεταναστών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για επαγρύπνηση απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Οι πληγές που άφησε πίσω του ο "serial killer βοσκός" παραμένουν ανοιχτές για τις οικογένειες των θυμάτων, που ζουν ακόμα με το βάρος ενός αδικαιολόγητου πόνου.