Η υπόθεση της Νίκης Ραβανοπούλου, που έμεινε στην ιστορία ως η «Μακελάρισσα των Πατησίων», αποτελεί ένα από τα πιο στυγερά και ακατανόητα εγκλήματα της δεκαετίας του '80 στην Ελλάδα. Όλα ξεκίνησαν από ένα προξενιό μεταξύ της 45χρονης Νίκης και του Γρηγόρη Παπαδάτου, το οποίο μετά από οκτώ μήνες αρραβώνα διαλύθηκε. Η Ραβανοπούλου, πληγωμένη και ταπεινωμένη, ανέπτυξε την εμμονή ότι υπεύθυνη για τον χωρισμό ήταν η αδελφή του Γρηγόρη, η Κέτη Παπαδάτου. Η εμμονή αυτή, σε συνδυασμό με την πίστη της στη μαγεία και τις μαγγανείες, την οδήγησε στο να σχεδιάσει μια αποτρόπαια εκδίκηση.
Τον Οκτώβριο του 1989, η Νίκη ταξίδεψε από την Άρτα στην Αθήνα με το πρόσχημα μιας τελετής μαγγανείας που θα βοηθούσε στην επανασύνδεση του ζευγαριού. Συναντήθηκε με την Κέτη Παπαδάτου και τη φίλη της, Παναγιώτα Χριστοδουλοπούλου, στο διαμέρισμα της δεύτερης στα Κάτω Πατήσια. Εκεί, αφού έστησε ένα σκηνικό με αναμμένα κεριά, η συζήτηση για τον αρραβώνα πυροδότησε την οργή της. Σε μια στιγμή απόλυτου παραλογισμού, η Νίκη χρησιμοποίησε έναν μπαλτά που είχε κρύψει στην τσάντα της και επιτέθηκε με μανία στις δύο γυναίκες, καταφέροντάς τους συνολικά 24 χτυπήματα στο κεφάλι. Η αγριότητα του εγκλήματος ήταν τέτοια που σόκαρε ακόμα και τους έμπειρους ιατροδικαστές.
Μετά τη διπλή δολοφονία, η Ραβανοπούλου επέδειξε μια παγερή ψυχραιμία που προκαλεί ανατριχίλα. Αφού καθάρισε πρόχειρα τα αίματα και ξεφορτώθηκε τα ενοχοποιητικά στοιχεία, πήγε στο σπίτι των θυμάτων και κοιμήθηκε στο κρεβάτι της γυναίκας που μόλις είχε σφάξει, προσποιούμενη ότι συμμετέχει στην αγωνία της οικογένειας για την εξαφάνισή τους. Η αστυνομία έφτασε στα ίχνη της χάρη σε δακτυλικά αποτυπώματα και τούφες μαλλιών που βρέθηκαν στα χέρια ενός εκ των θυμάτων. Παρά τις αρχικές της προσπάθειες να αποπροσανατολίσει τις έρευνες με ιστορίες για «Τούρκους μάγους», τελικά ομολόγησε τις πράξεις της κάτω από το βάρος των αποδείξεων.
Στη δίκη που ακολούθησε, το κλίμα ήταν εξαιρετικά φορτισμένο, με τους συγγενείς των θυμάτων να επιτίθενται στην κατηγορούμενη μέσα στην αίθουσα. Η Ραβανοπούλου καταδικάστηκε ομόφωνα σε δύο φορές ισόβια κάθειρξη, μια ποινή που επικυρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό. Η υπόθεση αυτή, που συνδύασε το πάθος, την προκατάληψη για τη μαγεία και την απόλυτη σκληρότητα, ενέπνευσε αργότερα τη γνωστή τηλεοπτική σειρά «Ανατομία ενός Εγκλήματος», παραμένοντας μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες των ελληνικών αστυνομικών χρονικών.