Στην κυρίαρχη αφήγηση της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα, ο Εμφύλιος Πόλεμος καταγράφεται ως η πιο «μαύρη» περίοδος για τη χώρα. Είναι η εποχή που ο πολιτικός φανατισμός οδήγησε σε μια βιαιότητα που ξεπερνούσε ακόμα και τους άγραφους νόμους των πολεμικών συγκρούσεων. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική ιστορική ανακρίβεια που συχνά παραβλέπεται: η αντίληψη ότι η βαρβαρότητα σταμάτησε με τη λήξη των μαχών στα βουνά. Η πραγματικότητα των πρώιμων μετεμφυλιακών χρόνων αποδεικνύει ότι η βία δεν τελείωσε, αλλά μεταλλάχθηκε σε μια μονόπλευρη και συστηματική εκδικητικότητα των νικητών απέναντι στους ηττημένους.
Η μετεμφυλιακή Ελλάδα σημαδεύτηκε από εξορίες, φυλακίσεις και βασανισμούς που είχαν ως στόχο τον πλήρη εκμηδενισμό της προσωπικότητας των «μη μετανοημένων». Στα νησιά της εξορίας, με κορυφαίο παράδειγμα τη Μακρόνησο, οι δεσμοφύλακες δεν περιορίζονταν σε κοινές μεθόδους καταστολής, αλλά πειραματίζονταν με νέες, σαδιστικές τεχνικές που άγγιζαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Η πιο φρικιαστική και απάνθρωπη από αυτές τις μεθόδους ήταν το βασανιστήριο της ορθοστασίας μέχρι θανάτου, μια διαδικασία που σχεδιάστηκε για να εξοντώσει τον κρατούμενο σωματικά και ψυχολογικά.
Η διαδικασία αυτού του βασανιστηρίου ήταν εξωπραγματικά διεστραμμένη. Αρχικά, ο κρατούμενος ριχνόταν στη θάλασσα φορτωμένος με εξοπλισμό μέχρι τον λαιμό. Αφού μούσκευε εντελώς, υποχρεωνόταν να σταθεί όρθιος, ακίνητος και αμίλητος πάνω σε έναν βράχο. Δύο φρουροί τον επιτηρούσαν σε εικοσιτετράωρη βάση, απαγορεύοντάς του να καθίσει ή να μιλήσει, με εξαίρεση ένα αυστηρό πεντάλεπτο διάλειμμα για φαγητό. Μέσα σε αυτή την εξαντλητική δοκιμασία, ο βασανιζόμενος έπρεπε να υπομένει σιωπηλά τις συνεχείς ύβρεις και τους εξευτελισμούς των φυλάκων, ενώ η σωματική του κόπωση έφτανε σε μη αναστρέψιμα επίπεδα.
Το βασανιστήριο της ορθοστασίας δεν είχε μόνο στόχο την ατομική εξόντωση, αλλά λειτουργούσε και ως μέσο παραδειγματισμού. Ο βράχος όπου στεκόταν ο κρατούμενος βρισκόταν σε κεντρικό σημείο, μπροστά στις σκηνές των χιλιάδων υπολοίπων, ώστε το «σπάσιμο» του ηθικού να συντελείται σε κοινή θέα. Είτε οι κρατούμενοι υπέγραφαν τελικά δηλώσεις μετάνοιας είτε όχι, η ουσία παρέμενε η ίδια: η επίδειξη μιας ωμής εξουσίας που δεν αναγνώριζε κανένα ανθρώπινο δικαίωμα. Η μελέτη αυτής της περιόδου παραμένει απαραίτητη, όχι για να ξύσει πληγές, αλλά για να διασφαλιστεί ότι η κοινωνία δεν θα επιτρέψει ποτέ ξανά την ανάδειξη τέτοιας βαρβαρότητας στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογίας.