Αν ρωτήσει κανείς όσους έζησαν τη μαύρη επταετία της δικτατορίας, πολλοί θα ισχυριστούν σήμερα πως είχαν ενεργή αντιστασιακή δράση. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που τόλμησαν να αναλάβουν ουσιαστική δράση, θέτοντας τη ζωή τους σε άμεσο κίνδυνο για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Στην κορυφή αυτής της λίστας βρίσκεται ο Αλέκος Παναγούλης, ο άνθρωπος που με την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου έγινε παγκόσμιο σύμβολο κατά της τυραννίας και ανάγκασε ακόμα και τους εχθρούς του να αναγνωρίσουν το σθένος του.
Η Απόπειρα στο 31ο Χιλιόμετρο και το Παιχνίδι της Μοίρας
Η Τρίτη και 13 Αυγούστου του 1968 αποδείχθηκε μια ημέρα γεμάτη συμπτώσεις. Στο 31ο χιλιόμετρο της λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, ο Παναγούλης είχε στήσει μια ενέδρα με εκρηκτικά, περιμένοντας την αυτοκινητοπομπή του αρχιπραξικοπηματία. Παρά τον λεπτομερή σχεδιασμό, μια σειρά από συγκυρίες —όπως η παρουσία ενός ζευγαριού που εμπόδισε την ιδανική τοποθέτηση του μηχανισμού και μια προβληματική μπαταρία αυτοκινήτου— οδήγησαν στην αποτυχία. Μόνο μία από τις έξι νάρκες εξερράγη και ο Παπαδόπουλος γλίτωσε για κλάσματα του δευτερολέπτου, αφήνοντας τον Παναγούλη να αναρωτιέται για το αποτέλεσμα της πράξης του λίγο πριν τη σύλληψή του.
Τα Κολαστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ και η Άρνηση για Συμβιβασμό
Η σύλληψη του Παναγούλη σηματοδότησε την αρχή ενός μαρτυρίου που λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να αντέξουν. Στα κρατητήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ, οι βασανιστές του καθεστώτος χρησιμοποίησαν κάθε διαθέσιμη σαδιστική μέθοδο, από άγριους ξυλοδαρμούς και φάλαγγα μέχρι εγκαύματα και βελόνες, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες. Ο Παναγούλης δεν λύγισε ποτέ. Η σιωπή του προκάλεσε δέος ακόμη και στους δήμιους του, ενώ η μετέπειτα καταδίκη του σε θάνατο τον βρήκε αλύγιστο. Αρνήθηκε πεισματικά να ζητήσει χάρη, προτιμώντας την εκτέλεση από το να γίνει όργανο της «μεγαλοψυχίας» των χουντικών.
Η Αποφυλάκιση και το Μυστήριο του Τέλους
Ακόμη και μετά τη μετατροπή της ποινής του σε ισόβια κάθειρξη και τις επανειλημμένες απόπειρες απόδρασης, ο Παναγούλης παρέμενε ο μεγαλύτερος «πονοκέφαλος» του καθεστώτος. Όταν τελικά αποφυλακίστηκε με τη γενική αμνηστία του 1973, δήλωσε με νόημα πως απλώς «μεγάλωσε η φυλακή του», παραμένοντας ενεργός στον αγώνα μέχρι τη Μεταπολίτευση. Το 1974 εξελέγη βουλευτής, θέτοντας ως σκοπό της ζωής του την αποκάλυψη των φακέλων της ΕΣΑ και τον εντοπισμό των συνεργατών της χούντας που προσπαθούσαν να επιβιώσουν στο νέο πολίτευμα.
Ο θάνατός του την Πρωτομαγιά του 1976 σε τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης. Συνέβη μόλις λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αποκάλυψη ενοχοποιητικών στοιχείων για στελέχη του καθεστώτος. Ο χαμός του Παναγούλη στέρησε από την Ελλάδα έναν αδιάλλακτο υπερασπιστή της αλήθειας, επιτρέποντας σε κάποιους να συνεχίσουν να κρύβονται στο σκοτάδι. Η μνήμη του, όμως, παραμένει ζωντανή ως υπενθύμιση του τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ελεύθερος.