Η ιστορία της σοβιετικής οικονομίας αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά και ταυτόχρονα τραγικά κεφάλαια του 20ού αιώνα. Ενώ τη δεκαετία του 1920 ο δυτικός κόσμος γνώριζε την ευημερία και στη συνέχεια τη συντριβή της Μεγάλης Ύφεσης, η Σοβιετική Ένωση φαινόταν να ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική πορεία. Απομονωμένη από το παγκόσμιο εμπόριο και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΣΣΔ όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από το κραχ του 1929, αλλά παρουσίασε μια εντυπωσιακή βιομηχανική ανάπτυξη της τάξης του 50% μέσα σε πέντε χρόνια. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, μια καθυστερημένη αγροτική μοναρχία μεταμορφώθηκε σε μια υπερδύναμη που κατέκτησε το διάστημα και διέθετε το μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο. Ωστόσο, αυτή η εντυπωσιακή άνοδος έκρυβε μέσα της τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής της.
Οι ρίζες των προβλημάτων της ρωσικής οικονομίας εκτείνονται αιώνες πίσω, στο φεουδαρχικό σύστημα που παρέμεινε άκαμπτο στην Ανατολική Ευρώπη ενώ στη Δύση κατέρρεε. Μετά τον Μαύρο Θάνατο του 14ου αιώνα, η έλλειψη εργατικών χεριών στη Δυτική Ευρώπη έδωσε δύναμη στους αγρότες να διεκδικήσουν ελευθερίες, οδηγώντας τελικά σε πιο συμπεριληπτικά οικονομικά συστήματα και στη Βιομηχανική Επανάσταση. Αντίθετα, στη Ρωσία οι άρχοντες επέβαλαν ακόμα σκληρότερο έλεγχο, διατηρώντας ένα εξαιρετικά εξορυκτικό σύστημα που εμπόδιζε την πρόοδο. Ο Τσάρος φοβόταν τη «δημιουργική καταστροφή» της εκβιομηχάνισης, καθώς η ανάδυση μιας ισχυρής μεσαίας τάξης θα απειλούσε την απόλυτη εξουσία του. Αυτή η καθυστέρηση άφησε τη Ρωσία ευάλωτη και οδήγησε τελικά στις επαναστάσεις του 1917 και την επικράτηση των Μπολσεβίκων.
Το σοβιετικό μοντέλο που εγκαθίδρυσε ο Στάλιν βασίστηκε στα πενταετή πλάνα και τον απόλυτο κρατικό έλεγχο κάθε πτυχής της οικονομικής ζωής. Η στρατηγική του ήταν η «ανάπτυξη μέσω των εισροών»: για να αυξηθεί η παραγωγή χάλυβα, απλώς χτίζονταν περισσότερα εργοστάσια και μετακινούνταν εκατομμύρια αγρότες από την ύπαιθρο στις πόλεις. Αν και αυτό απέδωσε γρήγορα αποτελέσματα στη βαριά βιομηχανία, έγινε με τρομακτικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές, ειδικά μέσω της βίαιης κολεκτιβοποίησης της γεωργίας. Το σύστημα όμως έπασχε από την έλλειψη κινήτρων. Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό, όπου η σκληρή δουλειά ανταμείβεται, στη Σοβιετική Ένωση οι μισθοί ήταν σταθεροί και οι τιμές καθορίζονταν από το κράτος, οδηγώντας σε μόνιμες ελλείψεις αγαθών και χαμηλή παραγωγικότητα.
Η έλλειψη καινοτομίας ήταν το τελειωτικό χτύπημα για το σοβιετικό σύστημα. Χωρίς δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και προσωπικό κέρδος, δεν υπήρχε κίνητρο για τη δημιουργία νέων τεχνολογιών ή πιο αποδοτικών μεθόδων παραγωγής. Όταν η δεξαμενή των φθηνών εργατικών χεριών από την ύπαιθρο στέρεψε τη δεκαετία του 1970, η οικονομία άρχισε να λιμνάζει. Η ΕΣΣΔ βασίστηκε προσωρινά στις εξαγωγές πετρελαίου για να καλύψει τις τρύπες, αλλά όταν οι τιμές του πετρελαίου έπεσαν, η πραγματικότητα έγινε αμείλικτη. Οι πολιτικές ελίτ αρνήθηκαν να παραδώσουν την εξουσία τους για να επιτρέψουν μεταρρυθμίσεις, φοβούμενες την απώλεια του ελέγχου. Όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ προσπάθησε τελικά να εκδημοκρατίσει το σύστημα, η οικονομική σήψη ήταν τόσο προχωρημένη που το όλο οικοδόμημα κατέρρευσε, αφήνοντας πίσω του ένα μάθημα για τους κινδύνους των αυταρχικών συστημάτων που θυσιάζουν την ευημερία των πολιτών για την αυτοσυντήρηση της εξουσίας.