Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Βαλκανική Χερσόνησος μετατράπηκε σε ένα πεδίο σφοδρών συγκρούσεων που άλλαξαν ριζικά τα σύνορα και την ιστορία της Ευρώπης. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912 και του 1913 αποτέλεσαν το αποκορύφωμα των εθνικών επιδιώξεων των κρατών της περιοχής, τα οποία επιδίωκαν την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Η δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας, αποτελούμενης από την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο, υπήρξε μια σπάνια στιγμή συνεργασίας, με κοινό στόχο τον διαμελισμό των ευρωπαϊκών εδαφών της φθίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό που ξεκίνησε ως ένας κοινός αγώνας απελευθέρωσης, σύντομα εξελίχθηκε σε μια αιματηρή αναμέτρηση μεταξύ των ίδιων των συμμάχων για τον έλεγχο της Μακεδονίας και της Θράκης.
Ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1912, με τις δυνάμεις της Συμμαχίας να σημειώνουν ταχύτατες και αποφασιστικές νίκες. Ο ελληνικός στρατός προέλασε προς τη Θεσσαλονίκη, καταφέρνοντας να την απελευθερώσει λίγες ώρες πριν από την άφιξη των βουλγαρικών στρατευμάτων, μια κίνηση στρατηγικής σημασίας που καθόρισε το μέλλον της πόλης. Παράλληλα, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες στο Κουμάνοβο και τη Θράκη αντίστοιχα, αναγκάζοντας τους Οθωμανούς σε υποχώρηση προς την Κωνσταντινούπολη. Η κατάρρευση της οθωμανικής άμυνας ήταν τόσο ραγδαία που εξέπληξε ακόμα και τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, οι οποίες παρακολουθούσαν με ανησυχία τις γεωπολιτικές αλλαγές που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις δικές τους σφαίρες επιρροής.
Ωστόσο, η διανομή των εδαφών που κερδήθηκαν στο πεδίο της μάχης έγινε η αιτία για τη διάλυση της Συμμαχίας. Η Βουλγαρία, δυσαρεστημένη από το μερίδιο που της αναλογούσε στη Μακεδονία, εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας τον Ιούνιο του 1913, σηματοδοτώντας την έναρξη του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου. Αυτή η νέα σύγκρουση βρήκε τη Βουλγαρία απομονωμένη, καθώς η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρήκαν την ευκαιρία να παρέμβουν για να διεκδικήσουν δικά τους εδάφη. Η ήττα της Βουλγαρίας ήταν ολοκληρωτική και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου που ακολούθησε επισημοποίησε τα νέα σύνορα, με την Ελλάδα και τη Σερβία να αποκτούν το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας.
Οι επιπτώσεις αυτών των πολέμων ήταν βαθιές και μακροχρόνιες, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους στις μάχες ή από ασθένειες όπως η χολέρα, ενώ ο άμαχος πληθυσμός υπέστη φρικτές βιαιότητες και μαζικούς εκτοπισμούς. Η σχεδόν πλήρης απομάκρυνση των Οθωμανών από την Ευρώπη άφησε πίσω της ένα κενό ισχύος και έντονες εθνικιστικές αντιπαραθέσεις που δεν επιλύθηκαν ποτέ πλήρως. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν ήταν απλώς το τέλος μιας εποχής για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και η προοίμιο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς οι εντάσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και οι βαλκανικές συμμαχίες προετοίμασαν το έδαφος για την παγκόσμια ανάφλεξη που θα ακολουθούσε το 1914.