Η ιστορία της σοβιετικής σαμπάνιας ξεκινά σε μια από τις πιο ζοφερές περιόδους της Σοβιετικής Ένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η χώρα βρισκόταν στη δίνη ενός τρομερού λιμού, αποτέλεσμα της βίαιης κολεκτιβοποίησης και των σκληρών οικονομικών μέτρων, που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους. Παρά την απόλυτη εξαθλίωση της υπαίθρου, το 1936 το Κρεμλίνο έλαβε μια αιφνιδιαστική απόφαση: να ξεκινήσει τη μαζική παραγωγή σαμπάνιας, ενός παραδοσιακού συμβόλου του πλούτου, προκειμένου να γίνει προσιτή στον απλό σοβιετικό εργάτη.
Η κίνηση αυτή δεν ήταν μια απλή οικονομική στρατηγική, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή του ίδιου του Ιωσήφ Στάλιν. Ο Σοβιετικός ηγέτης ήθελε να προσφέρει μια οπτική απόδειξη ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να εξασφαλίσει την «καλή ζωή» και την ευημερία για όλους. Σε αντίθεση με τη λιτή υπόσχεση του Λένιν για «ψωμί και ειρήνη», ο Στάλιν επεδίωκε να δείξει ότι το καθεστώς του παρείχε και απολαύσεις. Καταγόμενος από τη Γεωργία, μια χώρα με τεράστια οινική παράδοση, ο ίδιος έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στα γλυκά αφρώδη ποτά και τα θεωρούσε απαραίτητο στοιχείο της σοσιαλιστικής καθημερινότητας.
Με την κατάργηση των δελτίων τροφίμων το 1935, ξεκίνησε μια εκστρατεία «κανονικοποίησης» της ζωής. Το κράτος στόχευε να καλλιεργήσει την αίσθηση ότι οι στερήσεις ανήκαν στο παρελθόν. Προϊόντα όπως η σοκολάτα, το χαβιάρι και η σαμπάνια έπρεπε να γίνουν η «πολυτέλεια του λαού», ώστε ο εργάτης να αισθάνεται ότι ζει καλύτερα από την παλιά αριστοκρατία. Το πρακτικό πρόβλημα όμως ήταν τεράστιο, καθώς τα οινοποιεία ήταν κατεστραμμένα και η παραδοσιακή γαλλική μέθοδος παραγωγής απαιτούσε χρόνια παλαίωσης, κάτι που δεν συμβάδιζε με τις επείγουσες ανάγκες της κρατικής προπαγάνδας.
Τη λύση έδωσε ο οινολόγος Anton Frolov-Bagreyev, ο οποίος εφάρμοσε μια μέθοδο παραγωγής σε μεγάλες δεξαμενές υπό πίεση. Η τεχνική αυτή συμπίεσε τον χρόνο ωρίμανσης από τα τρία χρόνια σε μόλις έναν μήνα, επιτρέποντας την ταυτόχρονη παραγωγή δεκάδων χιλιάδων λίτρων. Αν και η ποιότητα θυσιάστηκε στον βωμό της ποσότητας, το αποτέλεσμα ήταν το περίφημο «Sovetskoye Shampanskoye» (Σοβιετική Σαμπάνια). Ήταν ένα γλυκό αφρώδες κρασί, ενισχυμένο συχνά με ζάχαρη και συντηρητικά για να καλύπτονται οι ατέλειές του, το οποίο όμως ταίριαζε απόλυτα στα γούστα του Στάλιν και στις δυνατότητες της μαζικής παραγωγής.
Η πίεση για την επίτευξη των εξωπραγματικών στόχων παραγωγής ήταν ασφυκτική. Μέχρι το 1942, το πλάνο προέβλεπε 12 εκατομμύρια φιάλες ετησίως, και οποιαδήποτε αποτυχία μπορούσε να θεωρηθεί πράξη σαμποτάζ ή προδοσίας. Παραδοσιακές ποικιλίες αμπελιών ξεριζώθηκαν από τη Μολδαβία μέχρι το Τατζικιστάν για να αντικατασταθούν από πιο ανθεκτικά σταφύλια. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, η σοβιετική σαμπάνια είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι των μεγάλων γιορτών και της Πρωτοχρονιάς, λειτουργώντας ως μια «βιομηχανία ευτυχίας» που κάλυπτε την πραγματικότητα του φόβου και των διώξεων.
Σήμερα, το Sovetskoye Shampanskoye παραμένει ένα φορτισμένο σύμβολο που κουβαλά μια διπλή μνήμη. Για πολλούς είναι ένα κομμάτι νοσταλγίας που προσέφερε στιγμές συλλογικής χαράς σε δύσκολους καιρούς, ενώ για άλλους αποτελεί την προπαγανδιστική μάσκα ενός συστήματος τρόμου. Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για αυτό το ποτό στη σύγχρονη Ρωσία αναδεικνύει τις αντιφάσεις ενός ολόκληρου καθεστώτος, συνδυάζοντας την kitsch αισθητική με τις βαθιές ιστορικές πληγές μιας ολόκληρης εποχής.